νεο

aigeira live cam

Συνοπτική επισκόπηση (απολογισμός) τής 83άχρονης διοικητικής πορείας τής Αιγείρας


Μάιος 2010
Και ε­νώ βα­δί­ζου­με ο­λο­τα­χώς προς τη Νέ­α Αρ­χι­τε­κτο­νι­κή τής Αυ­το­διοί­κη­σης, σύμ­φω­να με την ο­ποί­α αλ­λά­ζει ρι­ζι­κά το το­πί­ο στη “δια­χεί­ρι­ση” των το­πι­κών κοι­νω­νιών, σω­στό εί­ναι πρώ­τα να κά­νου­με έ­ναν α­πο­λο­γι­σμό πε­πραγ­μέ­νων τού διοι­κη­τι­κού πα­ρελ­θό­ντος μας και κα­τό­πιν να προ­χω­ρή­σου­με στον ο­ρα­μα­τι­σμό των ε­πό­με­νων κι­νή­σε­ών μας στο νέ­ο διευ­ρυ­μέ­νο αυ­το­διοι­κη­τι­κό “σπί­τι” μας, ό­ποιο κι αν εί­ναι αυ­τό...
Με δε­δο­μέ­νο ό­τι μέ­σα σε δύ­ο αιώ­νες ύ­παρ­ξης τού Ελ­λη­νι­κού κρά­τους η ι­στο­ρί­α κα­τέ­γρα­ψε τρεις βα­σι­κές με­τα­βο­λές στον τρό­πο διοί­κη­σης τής Ελ­λη­νι­κής ε­παρ­χί­ας, εί­ναι πο­λύ εν­δια­φέ­ρον τώ­ρα που βα­δί­ζου­με στην τέ­ταρ­τη πε­ρί­ο­δο (αυ­τή τού “Καλ­λι­κρά­τη”) να δού­με, μέ­σα α­πό μί­α ι­στο­ρι­κή α­να­σκό­πη­ση, πώς η το­πι­κή μας κοι­νω­νί­α λει­τούρ­γη­σε και α­ξιο­ποί­η­σε(;) ό­λες αυ­τές τις με­τα­βο­λές, στην κοι­νω­νι­κή - οι­κο­νο­μι­κή - πο­λι­τι­στι­κή α­νά­πτυ­ξή της. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση θα προ­σπα­θή­σου­με να κα­τα­γρά­ψου­με τη σύ­ντο­μη ι­στο­ρί­α τής Αι­γεί­ρας, ό­χι για­τί α­πο­τε­λεί κά­τι το ξε­χω­ρι­στό, σε σύ­γκρι­ση με τα γύ­ρω χω­ριά, αλ­λά για­τί εί­ναι το μο­να­δι­κό χω­ριό που έ­χει τη συ­ντο­μό­τε­ρη “διοι­κη­τι­κή” ι­στο­ρί­α {ως Κοι­νό­τη­τα και έ­δρα Δή­μου}.
Έ­νας “α­νώ­νυ­μος” οι­κι­σμός
Δε­κα­ε­τί­α τού 1880. Λι­γο­στά σπί­τια (χει­μα­διά) υ­πήρ­χαν διά­σπαρ­τα στην πα­ρα­λια­κή ζώ­νη, με­τα­ξύ Μαύ­ρων Λι­θα­ρί­ων και Θο­λο­πο­τά­μου. Ο μι­κρός αυ­τός οι­κι­σμός τού πα­λαιού Δή­μου Αι­γεί­ρας (1912), δεν εί­χε καν ό­νο­μα και το μεν τμή­μα με­τα­ξύ των δύ­ο πο­τα­μιών ο­νο­μα­ζό­ταν Θο­λο­πό­τα­μος και α­νή­κε στα Αρ­φα­ρά, ε­νώ το τμή­μα α­πό τον Κριό μέ­χρι τα ό­ρια της Κο­ριν­θί­ας ο­νο­μα­ζό­ταν Οι­κο­νο­μέ­ι­κα (α­πό το ε­πώ­νυ­μο τής Αρ­χό­ντισ­σας) και ή­ταν οι­κι­σμός τής Βλο­βο­κάς.
Ο (πα­λαιός) Δή­μος Αι­γεί­ρας δη­μιουρ­γή­θη­κε ε­πί­ση­μα το 1836, δια­χω­ρί­στη­κε το 1878 με τη δη­μιουρ­γί­α του Δή­μου Α­κρά­τας και συ­νέ­χι­σε να υ­πάρ­χει μέ­χρι το 1912 ό­ταν με Νό­μο κα­ταρ­γή­θη­καν οι Δή­μοι (Αρ­φα­ρά, Βερ­σο­βά, Βλο­βο­κά). Το έ­τος 1882 υ­πο­γρά­φε­ται σύμ­βα­ση α­πό τον τό­τε υ­πουρ­γό Ε­σω­τε­ρι­κών Χα­ρί­λα­ο Τρι­κού­πη, με­τα­ξύ του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου και της Γε­νι­κής Πι­στω­τι­κής Τρά­πε­ζας για την κα­τα­σκευ­ή σι­δη­ρο­δρο­μι­κής γραμ­μής στις δια­δρο­μές Πει­ραιάς - Ε­λευ­σί­να - Μέ­γα­ρα - Κα­λα­μά­κι - Κό­ριν­θος - Κιά­το - Ξυ­λό­κα­στρο - Αί­γιο (Σ.Π.Α.Π. ΣΙ­ΔΗ­ΡΟ­ΔΡΟ­ΜΟΙ ΠΕΙ­ΡΑΙΩΣ-Α­ΘΗ­ΝΩΝ-ΠΕ­ΛΟ­ΠΟΝ­ΝΗ­ΣΟΥ). Ό­ταν, 5-6 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, έ­φθα­σε η ώ­ρα να δη­μιουρ­γη­θεί στά­ση και στο δι­κό μας “χω­ριου­δά­κι”, δό­θη­κε μά­χη με­τα­ξύ των κα­τοι­κού­ντων Α­να­το­λι­κά τού Κριού και αυ­τών τής Δυ­τι­κής πλευ­ράς. Τε­λι­κά ε­πι­κρά­τη­σαν οι Δυ­τι­κοί (Θο­λο­πο­τα­μί­τες) και η στά­ση έ­γι­νε ε­κεί που ό­λοι τη βλέ­που­με μέ­χρι σή­με­ρα. Φυ­σι­κά, της δώ­σα­νε το ό­νο­μα τού Δή­μου και έ­τσι ο α­να­πτυσ­σό­με­νος μι­κρός οι­κι­σμός “κα­το­χύ­ρω­σε” και ευ­τυ­χώς με­τέ­πει­τα ΔΙΕ­ΣΩ­ΣΕ το ό­νο­μα ΑΙ­ΓΕΙ­ΡΑ.
Με ε­πί­κε­ντρο αυ­τή τη στά­ση τού τρέ­νου, α­να­πτύ­χθη­κε με­γά­λη οι­κι­στι­κή και ε­μπο­ρι­κή κί­νη­ση και σι­γά - σι­γά δη­μιουρ­γή­θη­κε το “ε­πί­νειο” των ο­ρει­νών χω­ριών. Για τον α­ριθ­μό των κα­τοί­κων του οι­κι­σμού της Αι­γεί­ρας πριν το 1900 δεν υ­πάρ­χουν στοι­χεί­α, α­φού οι ε­λά­χι­στοι κά­τοι­κοι του οι­κι­σμού α­πο­γρά­φο­νταν στα ο­ρει­νά χω­ριά α­πό τα ο­ποί­α κα­τά­γο­νταν. Για πρώ­τη φο­ρά η Αι­γεί­ρα α­πο­γρά­φη­κε ξε­χω­ρι­στά ως αυ­τό­νο­μος οι­κι­σμός το έ­τος 1907 και εί­χε 125 κα­τοί­κους, ε­νώ τα Μάρ­μα­ρα που και αυ­τά α­πο­γρά­φη­καν τη χρο­νιά ε­κεί­νη για πρώ­τη φο­ρά εί­χαν 106 κα­τοί­κους, σε σύ­νο­λο 1867 κα­τοί­κων του δή­μου Αι­γεί­ρας. Τα έ­τος 1920 ο πλη­θυ­σμός της Αι­γεί­ρας αυ­ξή­θη­κε σε 261 και οι κα­τοι­κού­ντες στα Μάρ­μα­ρα έ­γι­ναν 327. Ό­ταν άρ­χι­σε να δια­μορ­φώ­νε­ται ο πα­ρα­λια­κός οι­κι­σμός και να ε­γκα­θί­στα­νται σε αυ­τόν μό­νι­μοι κά­τοι­κοι, δη­μιουρ­γή­θη­κε η α­νά­γκη το χω­ριό να α­πο­κτή­σει και εκ­κλη­σί­α. Έ­τσι, το έ­τος 1880 πε­ρί­που, ο ιε­ρέ­ας Δη­μή­τριος Πα­πα­νά­γου α­πό τη Βερ­γου­βί­τσα, πα­ρα­χώ­ρη­σε έ­να τμή­μα α­πό το δεν­δρο­πε­ρί­βο­λό του κι ε­κεί άρ­χι­σε να κτί­ζε­ται έ­να μι­κρό πέ­τρι­νο εκ­κλη­σά­κι, που του έ­δω­σαν την ο­νο­μα­σί­α Ά­γιος Πα­ντε­λε­ή­μων. Το εκ­κλη­σά­κι ε­κεί­νο ή­ταν πο­λύ μι­κρό για να χω­ρέ­σει τους συ­νε­χώς αυ­ξα­νό­με­νους κα­τοί­κους. Για το λό­γο αυ­τό, γύ­ρω στα 1915, έ­γι­νε ε­πέ­κτα­ση του να­ού. Στο λι­γο­στό χώ­ρο έ­ξω α­πό την εκ­κλη­σί­α, κο­ντά στη βο­ρειο­α­να­το­λι­κή πλευ­ρά, υ­πήρ­χε έ­να μι­κρό νε­κρο­τα­φεί­ο το ο­ποί­ο κα­ταρ­γή­θη­κε ό­ταν έ­γι­νε το και­νούρ­γιο στη ση­με­ρι­νή του θέ­ση.
Στα Μάρ­μα­ρα, η εκ­κλη­σί­α τού Α­γί­ου Σπυ­ρί­δω­να άρ­χι­σε να κτί­ζε­ται το 1860. Το 1919 λει­τούρ­γη­σε για πρώ­τη φο­ρά στην Αι­γεί­ρα δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο και για αρ­κε­τά χρό­νια στε­γά­στη­κε σε κτί­ριο δί­πλα στη σι­δη­ρο­δρο­μι­κή γραμ­μή (στη συμ­βο­λή της γραμ­μής με τη ση­με­ρι­νή ο­δό Ι­κα­ρί­ου). Αρ­γό­τε­ρα, το σχο­λεί­ο με­τα­φέρ­θη­κε σε πα­ρα­λια­κή οι­κί­α (πε­ρί­που 100 μ. δυ­τι­κά τής ση­με­ρι­νής πα­ρα­λια­κής πλα­τεί­ας). Αν και δεν α­να­φέ­ρε­ται σε κα­μί­α το­πι­κή ι­στο­ρι­κή πη­γή, στην πα­ρα­λια­κή ζώ­νη λει­τούρ­γη­σε για μι­κρό διά­στη­μα (αρ­χές τής δε­κα­ε­τί­ας τού 1920) με­τα­βα­τι­κό (χει­με­ρι­νό) σχο­λεί­ο τής Βερ­γου­βί­τσας σε μι­κρό οί­κη­μα που υ­πάρ­χει α­κό­μα δί­πλα στη γραμ­μή τού τρέ­νου, 50 μ. δυ­τι­κά τού Κριού πο­τα­μού.
Πρώ­τα η Σφρα­γί­δα και αμέσως μετά το Σχέ­διο
Τον Ια­νουά­ριο του 1927 ι­δρύ­θη­κε η Κοι­νό­τη­τα της Αι­γεί­ρας, η “διοι­κη­τι­κή” ε­πα­φή τής ο­ποί­ας με τη θά­λασ­σα ε­κτει­νό­ταν α­πό το Θο­λο­πό­τα­μο ως τον Κριό πο­τα­μό, ε­νώ σε αυ­τή ε­ντά­χθη­κε και ο συ­νοι­κι­σμός των Μαρ­μά­ρων.
Πέντε χρόνια μετά την α­πόκτηση της διοι­κη­τι­κής σφρα­γί­δας, η Αι­γεί­ρα α­πέ­κτη­σε Ρυμοτομικό Σχέ­διο Πό­λε­ως (ευ­τυ­χώς, για­τί με αυ­τό “βο­λευό­μα­στε” μέ­χρι σή­με­ρα!). Την πε­ρί­ο­δο ε­κεί­νη άρ­χι­σε να λει­τουρ­γεί ά­τυ­πα Ε­ξω­ρα­ϊ­στι­κός Σύλ­λο­γος με Θε­α­τρι­κό και Καλ­λι­τε­χνι­κό τμή­μα (οι πα­ρα­στά­σεις δί­νο­νταν σε ε­νοι­κια­σμέ­νη στα­φι­δα­πο­θή­κη).
Σή­με­ρα, 80 χρό­νια με­τά, στην Αι­γεί­ρα ε­ξα­κο­λου­θού­με να κά­νου­με τις πο­λι­τι­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις μας σε ε­νοι­κια­σμέ­να οι­κή­μα­τα! Ό­πως α­να­φέ­ρει ο Γε­ώρ. Κα­νελ­λό­που­λος στο βι­βλί­ο του, με τα χρή­μα­τα που ει­σπρά­χθη­καν α­πό τις πα­ρα­στά­σεις δια­μορ­φώ­θη­κε η κε­ντρι­κή Πλα­τεί­α και το­πο­θε­τή­θη­καν τέσ­σα­ρα με­γά­λα φα­νά­ρια.
Τη δε­κα­ε­τί­α τού ’30 ση­μα­ντι­κό γε­γο­νός ή­ταν η κα­τα­σκευ­ή τής Πα­λαιάς Ε­θνι­κής Ο­δού μέ­σα στο χω­ριό, α­φού μέ­χρι τό­τε τα αυ­το­κί­νη­τα ερ­χό­με­να α­πό Δερ­βέ­νι “χρη­σι­μο­ποιού­σαν” την πα­ρα­λί­α τής Αρ­χό­ντισ­σας α­νέ­βαι­ναν κά­που στον Κριό και συ­νέ­χι­ζαν μέ­σα α­πό κα­ρό­δρο­μους για την Α­κρά­τα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι και η ι­στο­ρί­α με τους πι­τσι­ρι­κά­δες τής ε­πο­χής, που ό­ταν έ­βλε­παν α­πό μα­κριά αυ­το­κί­νη­το ερ­χό­με­νο α­πό Α­θή­να έ­ρι­χναν μπό­λι­κο άμ­μο στο “δρό­μο” για να κολ­λή­σει η “λι­μου­ζί­να” και με­τά να τη σπρώ­ξουν, ώ­στε ο ευ­τυ­χής πλέ­ον ε­πο­χού­με­νος Α­θη­ναί­ος να τους δώ­σει γε­ρό χαρ­τζι­λί­κι...
Η μι­κρή γέ­φυ­ρα, που κα­τα­σκευά­σθη­κε τό­τε στον Κριό, κα­τα­στρά­φη­κε μα­ζί με ε­κεί­νη του τρέ­νου, ε­πί Κα­το­χής. Κτί­σθη­κε πά­λι με­τά τον πό­λε­μο, αλ­λά ε­πει­δή ή­ταν πο­λύ μι­κρή και χα­μη­λή, κα­τε­δα­φί­σθη­κε και χτί­στη­κε πά­λι πε­ρί το 1962 (ευ­τυ­χώς, για­τί με αυ­τή “βο­λευό­μα­στε” και σή­με­ρα!). Η με­τα­πο­λε­μι­κή Αι­γεί­ρα Μέ­χρι το 1956 το η­λε­κτρι­κό ρεύ­μα (μέ­σω ΔΕ­Η που ι­δρύ­θη­κε το 1950) έ­φθα­σε μέ­χρι και τα Οι­κο­νο­μέ­ϊ­κα. Πιο πριν, πολ­λά σπί­τια εί­χαν συν­δε­θεί με ι­διω­τι­κή η­λε­κτρο­πα­ρα­γω­γι­κή μο­νά­δα που λει­τουρ­γού­σε στην πα­ρα­λί­α Α­κρά­τας και τρο­φο­δο­τού­σε με ρεύ­μα 5-6 ώ­ρες το 24ά­ω­ρο (πρω­ί - βρά­δυ).
Το 1950 υ­πήρ­χαν στη Ελ­λά­δα 400 πε­ρί­που ε­ται­ρί­ες πα­ρα­γω­γής η­λε­κτρι­κής ε­νέρ­γειας που λει­τουρ­γού­σαν με πε­τρέ­λαιο ή γαιάν­θρα­κα. Τη δε­κα­ε­τί­α τού ’50 η ρα­γδαί­α πλη­θυ­σμια­κή αύ­ξη­ση τής Αι­γεί­ρας κα­τέ­στη­σε α­να­γκαί­α την κα­τα­σκευ­ή νέ­ου Να­ού Α­γί­ου Πα­ντε­λε­ή­μο­νος. Με πρω­τερ­γά­τη τον ιε­ρέ­α Θε­ό­δω­ρο Δη­μη­τρα­κό­που­λο και α­ρω­γό ό­λη την το­πι­κή κοι­νω­νί­α, οι ερ­γα­σί­ες κα­τα­σκευ­ής συ­νε­χί­στη­καν για αρ­κε­τά χρό­νια και το έ­τος 1963, α­νή­με­ρα της ε­ορ­τής του Να­ού, έ­γι­ναν τα ε­γκαί­νια. Α­ξιο­ση­μεί­ω­το εί­ναι το γε­γο­νός ό­τι, με­τά το γκρέ­μι­σμα του πα­λαιού Να­ού, για τις α­νά­γκες τής ε­νο­ρί­ας τής Αι­γεί­ρας χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε για τρί­α και πλέ­ον χρό­νια (1955-1959) το εκ­κλη­σά­κι τού Α­ϊ Γιάν­νη στα “Οι­κο­νο­μέ­ι­κα” (Α­να­το­λι­κή πλευ­ρά του Κριού πο­τα­μού). Ο Α­ϊ Γιάν­νης κτί­στη­κε το 1936 με πρω­το­βου­λί­α τής οι­κογ. Ρό­ζου.
Τό­τε, προ­ω­θή­θη­κε αί­τη­μα των κα­τοί­κων του οι­κι­σμού Οι­κο­νο­με­ΐ­κων να υ­πα­χθούν στην κοι­νό­τη­τα Αι­γεί­ρας. Το αί­τη­μα έ­γι­νε δε­κτό με Υ­πουρ­γι­κή α­πό­φα­ση το 1957 και έ­τσι η πε­ριο­χή α­πο­σπά­σθη­κε α­πό την κοι­νό­τη­τα Αι­γών (Βλο­βο­κάς) και προ­στέ­θη­κε στην Αι­γεί­ρα. Κα­τό­πιν, με δι­κα­στι­κή α­πό­φα­ση ο­ρί­στη­καν τα ό­ρια τής Αι­γεί­ρας με τις Αι­γές, στο “Αρ­μυ­ρού λα­γκά­δι” πα­ρα­λια­κά και στο “Σταυ­ρό” νό­τια. Στα τέ­λη τής δε­κα­ε­τί­ας τού ’70 τα ό­ρια των Αι­γών α­πό τον “Σταυ­ρό” κα­τέ­βη­καν μέ­χρι και το Λα­μπι­νό, α­φού ε­κεί εί­χε γί­νει η με­τοί­κι­ση των κα­τοί­κων α­πό την πα­λιά Βλο­βο­κά.
Γύ­ρω στο 1951, ξε­κί­νη­σαν και οι προ­σπά­θειες να α­πο­κτή­σει η Αι­γεί­ρα πο­δο­σφαι­ρι­κή ο­μά­δα. Ό­λοι οι νέ­οι της πε­ριο­χής διέ­θε­ταν πολ­λές ώ­ρες κα­θη­με­ρι­νά, α­φε­νός προ­πο­νού­με­νοι για να α­ντι­με­τω­πί­ζουν τις γει­το­νι­κές ο­μά­δες και α­φε­τέ­ρου ξε­λι­θα­ρί­ζο­ντας την πα­ρα­πο­τά­μια πε­ριο­χή τού Κριού (στο ση­μεί­ο που εί­ναι το ση­με­ρι­νό γή­πε­δο). Πα­ρά το “ά­τυ­πο” τού σω­μα­τεί­ου και με δε­δο­μέ­νο ό­τι έ­λειω­ναν πολ­λά ζευ­γά­ρια πα­πού­τσια, η φρε­σκο­βα­φτι­σμέ­νη “Θύ­ελ­λα” με αρ­χη­γό τον Ν.Ρ. και την πα­ρέμ­βα­ση του εξ αγ­χι­στεί­ας Αι­γει­ρά­τη Διοι­κη­τή του Α­στυ­νο­μι­κού Τμή­μα­τος Α­μπε­λο­κή­πων Κ.Σπ. ζή­τη­σαν και πή­ραν α­πό τον Πα­να­θη­να­ϊ­κό με­ρι­κά τσου­βά­λια... γε­μά­τα α­θλη­τι­κές φόρ­μες, πα­πού­τσια και μπά­λες.
Τριά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (19/10/1980) η Θύ­ελ­λα α­να­γνω­ρί­σθη­κε ε­πί­ση­μα ως α­θλη­τι­κός σύλ­λο­γος. Στις 17/11/1954 με­τα­φέρ­θη­κε α­πό το Κρά­θιο στην Αι­γεί­ρα, ο σταθ­μός Χω­ρο­φυ­λα­κής. Η με­τα­φο­ρά έ­γι­νε με ι­σχυ­ρές α­ντι­δρά­σεις των κα­τοί­κων τού Κρα­θί­ου. Για την α­πο­φυ­γή, δε, ε­πει­σο­δί­ων τα έ­πι­πλα με­τα­φέρ­θη­καν νύ­χτα στην Αι­γεί­ρα! Ο Σταθ­μός τής Αι­γεί­ρας κα­ταρ­γή­θη­κε στις 15/11/1971, τον ε­πα­νέ­φε­ραν στις 28/7/1976 και κα­ταρ­γή­θη­κε ο­ρι­στι­κά και α­με­τά­κλη­τα πριν λί­γο και­ρό χω­ρίς να ε­νο­χλη­θεί ή να δια­μαρ­τυ­ρη­θεί κα­νείς Αι­γει­ρά­της.
Στα τέ­λη τής δε­κα­ε­τί­ας τού ’50, ε­κεί στην α­νη­φό­ρα προς τα Μάρ­μα­ρα, το νέ­ο (δι­θέ­σιο αρ­χι­κά) δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο Αι­γεί­ρας ή­ταν έ­τοι­μο να δε­χτεί τους μα­θη­τές και συ­νέ­χι­σε τη λει­τουρ­γί­α του μέ­χρι τις 8 Δε­κεμ­βρί­ου 1998. Τό­τε ε­γκαι­νιά­σθη­κε στην Αι­γεί­ρα, το νέ­ο υ­περ­σύγ­χρο­νο εκ­παι­δευ­τή­ριο που στέ­γα­σε το Δη­μο­τι­κό και το Νη­πια­γω­γεί­ο. Το Νη­πια­γω­γεί­ο Αι­γεί­ρας λει­τουρ­γεί α­πό το σχο­λι­κό έ­τος 1997-1998. Στα Μάρ­μα­ρα λει­τουρ­γού­σε μέ­χρι και τη δε­κα­ε­τί­α τού ’80, το δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο τής Βελ­λάς. Το 1977, η Αι­γεί­ρα α­πέ­κτη­σε και Υ­γειο­νο­μι­κό Σταθ­μό, που (ευ­τυ­χώς) λει­τουρ­γεί α­κό­μα, τρα­γι­κά υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νος ό­μως.
Η πλη­θυ­σμια­κή δια­κύ­μαν­ση της νέ­ας κοι­νό­τη­τας έ­χει με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον α­φού μέ­σα σε 50 χρό­νια οι κά­τοι­κοί της υ­περ­τρι­πλα­σιά­στη­καν. Έ­τος 1928 κά­τοι­κοι: Αι­γεί­ρα 267 Μάρ­μα­ρα 57. 1940: Αι­γεί­ρα 374 Μάρ­μα­ρα 73. 1951: Αι­γεί­ρα 417 Μάρ­μα­ρα 164. 1961: Αι­γεί­ρα 604 Μάρ­μα­ρα 171. 1971: (κοι­νή α­πο­γρα­φή) 925 κά­τοι­κοι.
Το με­γά­λο “μπαμ” τού ’60 και ‘70
Σε δύ­ο πο­λύ ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα, που συ­νέ­βη­σαν με­τα­ξύ 1960 και 1970, ο­φεί­λε­ται, στα μέ­γι­στα, η ρα­γδαί­α α­νά­πτυ­ξη τής Αι­γεί­ρας.
Το έ­να εί­ναι η κα­τα­σκευ­ή τού πα­ρα­λια­κού δρό­μου, έρ­γο (αν και χτι­στό) πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή του και έ­κα­νε (τό­τε) την Αι­γεί­ρα, κομ­βι­κό, α­να­γνω­ρί­σι­μο, α­νερ­χό­με­νο και φη­μι­σμέ­νο κα­λο­και­ρι­νό προ­ο­ρι­σμό, που συ­νε­χί­στη­κε α­νο­δι­κά μέ­χρι τις αρ­χές τής δε­κα­ε­τί­ας του ’80. Ο κα­λαί­σθη­τος φω­τι­σμός σε ό­λο το μή­κος τού δρό­μου και τα πε­ρί­φη­μα τζαζ γλέ­ντια με ζω­ντα­νή ορ­χή­στρα, έ­κα­ναν την τό­τε Α­θη­να­ϊ­κή νε­ο­λαί­α φα­να­τι­κούς “Αι­γει­ρά­τες”... (Ου­δε­μί­α σχέ­ση με τον ση­με­ρι­νό δρό­μο “ναυά­γιο”).
Το δεύ­τε­ρο εί­ναι ό­ταν το 1965 ε­γκα­τα­στά­θη­κε στο δέλ­τα του πο­τα­μού Κριού η Τε­χνι­κή Ε­ται­ρί­α Βό­λου, η ο­ποί­α εί­χε α­να­λά­βει την κα­τα­σκευ­ή του τμή­μα­τος της Νέ­ας Ε­θνι­κής Ο­δού, α­πό το Κρά­θιο μέ­χρι σχε­δόν το Ξυ­λό­κα­στρο. Ή­ταν το με­γά­λο “μπαμ” για το μι­κρό χω­ριό μας. Το πλή­θος, α­πό μη­χα­νι­κούς, τε­χνι­κούς, ο­δη­γούς, ερ­γά­τες και ό­λα τα με­γά­λα στε­λέ­χη τής Τ.Ε.Β. που ε­γκα­τα­στά­θη­καν ε­δώ μα­ζί με τις οι­κο­γέ­νειές τους, προ­ξέ­νη­σε μια ξαφ­νι­κή οι­κι­στι­κή και ε­μπο­ρι­κή έ­κρη­ξη, δη­μιουρ­γώ­ντας τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να με­τα­μορ­φω­θεί η Αι­γεί­ρα α­πό έ­να μι­κρό πα­ρα­λια­κό χω­ριό σε μί­α πολ­λά υ­πο­σχό­με­νη α­να­πτυ­ξια­κά κω­μό­πο­λη. Ε­πί ε­πο­χής ΤΕΒ, στην Αι­γεί­ρα κα­τα­σκευά­σθη­κε και έ­να α­ξιό­λο­γο πε­ρι­φε­ρεια­κό ο­δι­κό δί­κτυο, ως α­πο­ζη­μί­ω­ση στις ό­ποιες (αρ­κε­τές) πα­ρά­πλευ­ρες α­πώ­λειες που δη­μιούρ­γη­σαν τα έρ­γα τα ο­ποί­α δι­ήρ­κε­σαν για δέ­κα πε­ρί­που χρό­νια.
Οι χα­μέ­νες ευ­και­ρί­ες
Βέ­βαια, θα μπο­ρού­σε να α­ξιο­ποι­η­θεί πιο “έ­ξυ­πνα” η πα­ρου­σί­α τής ΤΕΒ, α­πό τους Αι­γει­ρά­τες,. Η κα­τα­σκευ­ή, με σω­στές προ­δια­γρα­φές, τού πα­ρα­λια­κού δρό­μου θα ή­ταν έ­να έρ­γο που “θα έ­με­νε στις ε­πό­με­νες γε­νιές, έ­τσι για να μας θυ­μά­στε” ό­πως εί­χε πει τό­τε στέ­λε­χος της ε­ται­ρί­ας. Κα­νείς ό­μως δεν το σκέ­φτη­κε. Ε­δώ, πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με και την “πρώ­τη” με­γά­λη κα­τα­στρο­φή της πα­ρα­λί­ας, α­πό με­γά­λο πα­λιρ­ρο­ϊ­κό κύ­μα στις 7/2/1963 (Υ­πήρ­ξε και θά­να­τος τό­τε). Ε­πί­σης, αν εί­χαν ζη­τή­σει α­πό την ΤΕΒ και το Κρά­τος, α­μέ­σως με­τά το ξή­λω­μα του ερ­γο­τα­ξί­ου, να διευ­θε­τη­θεί η πο­τά­μια έ­κτα­ση που εί­χε κα­τα­λει­φθεί, θα εί­χα­με γλι­τώ­σει τις γνω­στές “γκρί­νιες” και δια­μά­χες που κα­λά κρα­τούν μέ­χρι και σή­με­ρα...
Το πιο τρα­γι­κό, βέ­βαια, συ­νέ­βη ό­ταν ο πρω­θυ­πουρ­γός Κων/νος Κα­ρα­μαν­λής ήρ­θε στην Αι­γεί­ρα το κα­λο­καί­ρι τού 1975, προ­σκε­κλη­μέ­νος α­πό τον φί­λο του ε­πι­χει­ρη­μα­τί­α Αν­δρέ­α Θ. Με­ντζε­λό­που­λο. Ου­δείς, λοι­πόν, α­πό τούς το­πι­κούς πα­ρά­γο­ντες που υ­πο­δέ­χθη­καν τον πρω­θυ­πουρ­γό, ζή­τη­σε κά­τι ση­μα­ντι­κό για την Αι­γεί­ρα (π.χ. α­να­κα­τα­σκευ­ή πα­ρα­λια­κού δρό­μου, ο­ριο­θέ­τη­ση Πα­ρα­λί­ας και Πο­τα­μού Κριού κ.ο.κ.).
Θα μου πεί­τε, φυ­σι­κά, ποιός γνώ­ρι­ζε την ε­πο­χή ε­κεί­νη τι ση­μαί­νει ο­ριο­θέ­τη­ση! Σω­στό­τα­τη η πα­ρα­τή­ρη­ση. Ό­μως, πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα μά­θα­με ό­τι στο ση­μεί­ο που “προ­σγειώ­θη­κε” το ε­λι­κό­πτε­ρο έ­γι­νε α­μέ­σως ο­ριο­θέ­τη­ση Αι­για­λού. Η υ­πό­λοι­πη Αι­γει­ρά­τι­κη πα­ρα­λί­α ο­ριο­θε­τή­θη­κε, με­τά α­πό πο­λύ­χρο­νους α­γώ­νες, στις 4 Ιου­νί­ου 2003. Ει­κο­σιο­κτώ χρό­νια αρ­γό­τε­ρα...
Κ.Ρ.