νεο

τάδε έφη Παυσανίας...

Η απόσταση από το ιερό του Ηρακλή που βρίσκεται στο δρόμο της Βούρας ως το επίνειο των Αιγειρατών που έχει το ίδιο όνομα με την πόλη (Αίγειρα) είναι εβδομήντα δύο στάδια. Οι παραθαλάσσιοι Αιγειράτες δεν έχουν τίποτε αξιομνημόνευτο∙ από το επίνειο ως την άνω πόλη η απόσταση είναι δώδεκα στάδια. Η Αιγείρα στα έπη του Ομήρου έχει το όνομα Υπηρεσία

Αιγείρα. Η Νύμφη τής Λεύκας (η άλλη εκδοχή τής προέλευσης του ονόματος της Αιγείρας)

Ο Όξυλος (πνεύμα τους δάσους) γιος του Ορείου, νυμφεύθηκε την Αμαδρυάδα αδελφή του και απέκτησε μαζί της τις 8 Αμαδρυάδες Νύμφες: Η Αίγειρος (ή Αιγείρα) ήταν η Νύμφη της Λεύκας. Η Άμπελος, η Νύμφη της Αμπέλου. Η Βαλανίς (ή Βάλανος), η Νύμφη της Βελανιδιάς. Η Κάρυα (ή Καρία), η Νύμφη της Αμυγδαλιάς. Η Κρανεία (ή Κρανία), η Νύμφη της Κρανιάς. Η Μορέα (ή Μορία), η Νύμφη της Μουριάς και της Άγριας Ελιάς. Η Πτελέα, η Νύμφη της Φτελιάς. Η Συκή, η Νύμφη της Συκιάς

Συνοπτική επισκόπηση (απολογισμός) τής 83άχρονης διοικητικής πορείας τής Αιγείρας


Μάιος 2010
Και ε­νώ βα­δί­ζου­με ο­λο­τα­χώς προς τη Νέ­α Αρ­χι­τε­κτο­νι­κή τής Αυ­το­διοί­κη­σης, σύμ­φω­να με την ο­ποί­α αλ­λά­ζει ρι­ζι­κά το το­πί­ο στη “δια­χεί­ρι­ση” των το­πι­κών κοι­νω­νιών, σω­στό εί­ναι πρώ­τα να κά­νου­με έ­ναν α­πο­λο­γι­σμό πε­πραγ­μέ­νων τού διοι­κη­τι­κού πα­ρελ­θό­ντος μας και κα­τό­πιν να προ­χω­ρή­σου­με στον ο­ρα­μα­τι­σμό των ε­πό­με­νων κι­νή­σε­ών μας στο νέ­ο διευ­ρυ­μέ­νο αυ­το­διοι­κη­τι­κό “σπί­τι” μας, ό­ποιο κι αν εί­ναι αυ­τό...
Με δε­δο­μέ­νο ό­τι μέ­σα σε δύ­ο αιώ­νες ύ­παρ­ξης τού Ελ­λη­νι­κού κρά­τους η ι­στο­ρί­α κα­τέ­γρα­ψε τρεις βα­σι­κές με­τα­βο­λές στον τρό­πο διοί­κη­σης τής Ελ­λη­νι­κής ε­παρ­χί­ας, εί­ναι πο­λύ εν­δια­φέ­ρον τώ­ρα που βα­δί­ζου­με στην τέ­ταρ­τη πε­ρί­ο­δο (αυ­τή τού “Καλ­λι­κρά­τη”) να δού­με, μέ­σα α­πό μί­α ι­στο­ρι­κή α­να­σκό­πη­ση, πώς η το­πι­κή μας κοι­νω­νί­α λει­τούρ­γη­σε και α­ξιο­ποί­η­σε(;) ό­λες αυ­τές τις με­τα­βο­λές, στην κοι­νω­νι­κή - οι­κο­νο­μι­κή - πο­λι­τι­στι­κή α­νά­πτυ­ξή της. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση θα προ­σπα­θή­σου­με να κα­τα­γρά­ψου­με τη σύ­ντο­μη ι­στο­ρί­α τής Αι­γεί­ρας, ό­χι για­τί α­πο­τε­λεί κά­τι το ξε­χω­ρι­στό, σε σύ­γκρι­ση με τα γύ­ρω χω­ριά, αλ­λά για­τί εί­ναι το μο­να­δι­κό χω­ριό που έ­χει τη συ­ντο­μό­τε­ρη “διοι­κη­τι­κή” ι­στο­ρί­α {ως Κοι­νό­τη­τα και έ­δρα Δή­μου}.
Έ­νας “α­νώ­νυ­μος” οι­κι­σμός
Δε­κα­ε­τί­α τού 1880. Λι­γο­στά σπί­τια (χει­μα­διά) υ­πήρ­χαν διά­σπαρ­τα στην πα­ρα­λια­κή ζώ­νη, με­τα­ξύ Μαύ­ρων Λι­θα­ρί­ων και Θο­λο­πο­τά­μου. Ο μι­κρός αυ­τός οι­κι­σμός τού πα­λαιού Δή­μου Αι­γεί­ρας (1912), δεν εί­χε καν ό­νο­μα και το μεν τμή­μα με­τα­ξύ των δύ­ο πο­τα­μιών ο­νο­μα­ζό­ταν Θο­λο­πό­τα­μος και α­νή­κε στα Αρ­φα­ρά, ε­νώ το τμή­μα α­πό τον Κριό μέ­χρι τα ό­ρια της Κο­ριν­θί­ας ο­νο­μα­ζό­ταν Οι­κο­νο­μέ­ι­κα (α­πό το ε­πώ­νυ­μο τής Αρ­χό­ντισ­σας) και ή­ταν οι­κι­σμός τής Βλο­βο­κάς.
Ο (πα­λαιός) Δή­μος Αι­γεί­ρας δη­μιουρ­γή­θη­κε ε­πί­ση­μα το 1836, δια­χω­ρί­στη­κε το 1878 με τη δη­μιουρ­γί­α του Δή­μου Α­κρά­τας και συ­νέ­χι­σε να υ­πάρ­χει μέ­χρι το 1912 ό­ταν με Νό­μο κα­ταρ­γή­θη­καν οι Δή­μοι (Αρ­φα­ρά, Βερ­σο­βά, Βλο­βο­κά). Το έ­τος 1882 υ­πο­γρά­φε­ται σύμ­βα­ση α­πό τον τό­τε υ­πουρ­γό Ε­σω­τε­ρι­κών Χα­ρί­λα­ο Τρι­κού­πη, με­τα­ξύ του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου και της Γε­νι­κής Πι­στω­τι­κής Τρά­πε­ζας για την κα­τα­σκευ­ή σι­δη­ρο­δρο­μι­κής γραμ­μής στις δια­δρο­μές Πει­ραιάς - Ε­λευ­σί­να - Μέ­γα­ρα - Κα­λα­μά­κι - Κό­ριν­θος - Κιά­το - Ξυ­λό­κα­στρο - Αί­γιο (Σ.Π.Α.Π. ΣΙ­ΔΗ­ΡΟ­ΔΡΟ­ΜΟΙ ΠΕΙ­ΡΑΙΩΣ-Α­ΘΗ­ΝΩΝ-ΠΕ­ΛΟ­ΠΟΝ­ΝΗ­ΣΟΥ). Ό­ταν, 5-6 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, έ­φθα­σε η ώ­ρα να δη­μιουρ­γη­θεί στά­ση και στο δι­κό μας “χω­ριου­δά­κι”, δό­θη­κε μά­χη με­τα­ξύ των κα­τοι­κού­ντων Α­να­το­λι­κά τού Κριού και αυ­τών τής Δυ­τι­κής πλευ­ράς. Τε­λι­κά ε­πι­κρά­τη­σαν οι Δυ­τι­κοί (Θο­λο­πο­τα­μί­τες) και η στά­ση έ­γι­νε ε­κεί που ό­λοι τη βλέ­που­με μέ­χρι σή­με­ρα. Φυ­σι­κά, της δώ­σα­νε το ό­νο­μα τού Δή­μου και έ­τσι ο α­να­πτυσ­σό­με­νος μι­κρός οι­κι­σμός “κα­το­χύ­ρω­σε” και ευ­τυ­χώς με­τέ­πει­τα ΔΙΕ­ΣΩ­ΣΕ το ό­νο­μα ΑΙ­ΓΕΙ­ΡΑ.
Με ε­πί­κε­ντρο αυ­τή τη στά­ση τού τρέ­νου, α­να­πτύ­χθη­κε με­γά­λη οι­κι­στι­κή και ε­μπο­ρι­κή κί­νη­ση και σι­γά - σι­γά δη­μιουρ­γή­θη­κε το “ε­πί­νειο” των ο­ρει­νών χω­ριών. Για τον α­ριθ­μό των κα­τοί­κων του οι­κι­σμού της Αι­γεί­ρας πριν το 1900 δεν υ­πάρ­χουν στοι­χεί­α, α­φού οι ε­λά­χι­στοι κά­τοι­κοι του οι­κι­σμού α­πο­γρά­φο­νταν στα ο­ρει­νά χω­ριά α­πό τα ο­ποί­α κα­τά­γο­νταν. Για πρώ­τη φο­ρά η Αι­γεί­ρα α­πο­γρά­φη­κε ξε­χω­ρι­στά ως αυ­τό­νο­μος οι­κι­σμός το έ­τος 1907 και εί­χε 125 κα­τοί­κους, ε­νώ τα Μάρ­μα­ρα που και αυ­τά α­πο­γρά­φη­καν τη χρο­νιά ε­κεί­νη για πρώ­τη φο­ρά εί­χαν 106 κα­τοί­κους, σε σύ­νο­λο 1867 κα­τοί­κων του δή­μου Αι­γεί­ρας. Τα έ­τος 1920 ο πλη­θυ­σμός της Αι­γεί­ρας αυ­ξή­θη­κε σε 261 και οι κα­τοι­κού­ντες στα Μάρ­μα­ρα έ­γι­ναν 327. Ό­ταν άρ­χι­σε να δια­μορ­φώ­νε­ται ο πα­ρα­λια­κός οι­κι­σμός και να ε­γκα­θί­στα­νται σε αυ­τόν μό­νι­μοι κά­τοι­κοι, δη­μιουρ­γή­θη­κε η α­νά­γκη το χω­ριό να α­πο­κτή­σει και εκ­κλη­σί­α. Έ­τσι, το έ­τος 1880 πε­ρί­που, ο ιε­ρέ­ας Δη­μή­τριος Πα­πα­νά­γου α­πό τη Βερ­γου­βί­τσα, πα­ρα­χώ­ρη­σε έ­να τμή­μα α­πό το δεν­δρο­πε­ρί­βο­λό του κι ε­κεί άρ­χι­σε να κτί­ζε­ται έ­να μι­κρό πέ­τρι­νο εκ­κλη­σά­κι, που του έ­δω­σαν την ο­νο­μα­σί­α Ά­γιος Πα­ντε­λε­ή­μων. Το εκ­κλη­σά­κι ε­κεί­νο ή­ταν πο­λύ μι­κρό για να χω­ρέ­σει τους συ­νε­χώς αυ­ξα­νό­με­νους κα­τοί­κους. Για το λό­γο αυ­τό, γύ­ρω στα 1915, έ­γι­νε ε­πέ­κτα­ση του να­ού. Στο λι­γο­στό χώ­ρο έ­ξω α­πό την εκ­κλη­σί­α, κο­ντά στη βο­ρειο­α­να­το­λι­κή πλευ­ρά, υ­πήρ­χε έ­να μι­κρό νε­κρο­τα­φεί­ο το ο­ποί­ο κα­ταρ­γή­θη­κε ό­ταν έ­γι­νε το και­νούρ­γιο στη ση­με­ρι­νή του θέ­ση.
Στα Μάρ­μα­ρα, η εκ­κλη­σί­α τού Α­γί­ου Σπυ­ρί­δω­να άρ­χι­σε να κτί­ζε­ται το 1860. Το 1919 λει­τούρ­γη­σε για πρώ­τη φο­ρά στην Αι­γεί­ρα δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο και για αρ­κε­τά χρό­νια στε­γά­στη­κε σε κτί­ριο δί­πλα στη σι­δη­ρο­δρο­μι­κή γραμ­μή (στη συμ­βο­λή της γραμ­μής με τη ση­με­ρι­νή ο­δό Ι­κα­ρί­ου). Αρ­γό­τε­ρα, το σχο­λεί­ο με­τα­φέρ­θη­κε σε πα­ρα­λια­κή οι­κί­α (πε­ρί­που 100 μ. δυ­τι­κά τής ση­με­ρι­νής πα­ρα­λια­κής πλα­τεί­ας). Αν και δεν α­να­φέ­ρε­ται σε κα­μί­α το­πι­κή ι­στο­ρι­κή πη­γή, στην πα­ρα­λια­κή ζώ­νη λει­τούρ­γη­σε για μι­κρό διά­στη­μα (αρ­χές τής δε­κα­ε­τί­ας τού 1920) με­τα­βα­τι­κό (χει­με­ρι­νό) σχο­λεί­ο τής Βερ­γου­βί­τσας σε μι­κρό οί­κη­μα που υ­πάρ­χει α­κό­μα δί­πλα στη γραμ­μή τού τρέ­νου, 50 μ. δυ­τι­κά τού Κριού πο­τα­μού.
Πρώ­τα η Σφρα­γί­δα και αμέσως μετά το Σχέ­διο
Τον Ια­νουά­ριο του 1927 ι­δρύ­θη­κε η Κοι­νό­τη­τα της Αι­γεί­ρας, η “διοι­κη­τι­κή” ε­πα­φή τής ο­ποί­ας με τη θά­λασ­σα ε­κτει­νό­ταν α­πό το Θο­λο­πό­τα­μο ως τον Κριό πο­τα­μό, ε­νώ σε αυ­τή ε­ντά­χθη­κε και ο συ­νοι­κι­σμός των Μαρ­μά­ρων.
Πέντε χρόνια μετά την α­πόκτηση της διοι­κη­τι­κής σφρα­γί­δας, η Αι­γεί­ρα α­πέ­κτη­σε Ρυμοτομικό Σχέ­διο Πό­λε­ως (ευ­τυ­χώς, για­τί με αυ­τό “βο­λευό­μα­στε” μέ­χρι σή­με­ρα!). Την πε­ρί­ο­δο ε­κεί­νη άρ­χι­σε να λει­τουρ­γεί ά­τυ­πα Ε­ξω­ρα­ϊ­στι­κός Σύλ­λο­γος με Θε­α­τρι­κό και Καλ­λι­τε­χνι­κό τμή­μα (οι πα­ρα­στά­σεις δί­νο­νταν σε ε­νοι­κια­σμέ­νη στα­φι­δα­πο­θή­κη).
Σή­με­ρα, 80 χρό­νια με­τά, στην Αι­γεί­ρα ε­ξα­κο­λου­θού­με να κά­νου­με τις πο­λι­τι­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις μας σε ε­νοι­κια­σμέ­να οι­κή­μα­τα! Ό­πως α­να­φέ­ρει ο Γε­ώρ. Κα­νελ­λό­που­λος στο βι­βλί­ο του, με τα χρή­μα­τα που ει­σπρά­χθη­καν α­πό τις πα­ρα­στά­σεις δια­μορ­φώ­θη­κε η κε­ντρι­κή Πλα­τεί­α και το­πο­θε­τή­θη­καν τέσ­σα­ρα με­γά­λα φα­νά­ρια.
Τη δε­κα­ε­τί­α τού ’30 ση­μα­ντι­κό γε­γο­νός ή­ταν η κα­τα­σκευ­ή τής Πα­λαιάς Ε­θνι­κής Ο­δού μέ­σα στο χω­ριό, α­φού μέ­χρι τό­τε τα αυ­το­κί­νη­τα ερ­χό­με­να α­πό Δερ­βέ­νι “χρη­σι­μο­ποιού­σαν” την πα­ρα­λί­α τής Αρ­χό­ντισ­σας α­νέ­βαι­ναν κά­που στον Κριό και συ­νέ­χι­ζαν μέ­σα α­πό κα­ρό­δρο­μους για την Α­κρά­τα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι και η ι­στο­ρί­α με τους πι­τσι­ρι­κά­δες τής ε­πο­χής, που ό­ταν έ­βλε­παν α­πό μα­κριά αυ­το­κί­νη­το ερ­χό­με­νο α­πό Α­θή­να έ­ρι­χναν μπό­λι­κο άμ­μο στο “δρό­μο” για να κολ­λή­σει η “λι­μου­ζί­να” και με­τά να τη σπρώ­ξουν, ώ­στε ο ευ­τυ­χής πλέ­ον ε­πο­χού­με­νος Α­θη­ναί­ος να τους δώ­σει γε­ρό χαρ­τζι­λί­κι...
Η μι­κρή γέ­φυ­ρα, που κα­τα­σκευά­σθη­κε τό­τε στον Κριό, κα­τα­στρά­φη­κε μα­ζί με ε­κεί­νη του τρέ­νου, ε­πί Κα­το­χής. Κτί­σθη­κε πά­λι με­τά τον πό­λε­μο, αλ­λά ε­πει­δή ή­ταν πο­λύ μι­κρή και χα­μη­λή, κα­τε­δα­φί­σθη­κε και χτί­στη­κε πά­λι πε­ρί το 1962 (ευ­τυ­χώς, για­τί με αυ­τή “βο­λευό­μα­στε” και σή­με­ρα!). Η με­τα­πο­λε­μι­κή Αι­γεί­ρα Μέ­χρι το 1956 το η­λε­κτρι­κό ρεύ­μα (μέ­σω ΔΕ­Η που ι­δρύ­θη­κε το 1950) έ­φθα­σε μέ­χρι και τα Οι­κο­νο­μέ­ϊ­κα. Πιο πριν, πολ­λά σπί­τια εί­χαν συν­δε­θεί με ι­διω­τι­κή η­λε­κτρο­πα­ρα­γω­γι­κή μο­νά­δα που λει­τουρ­γού­σε στην πα­ρα­λί­α Α­κρά­τας και τρο­φο­δο­τού­σε με ρεύ­μα 5-6 ώ­ρες το 24ά­ω­ρο (πρω­ί - βρά­δυ).
Το 1950 υ­πήρ­χαν στη Ελ­λά­δα 400 πε­ρί­που ε­ται­ρί­ες πα­ρα­γω­γής η­λε­κτρι­κής ε­νέρ­γειας που λει­τουρ­γού­σαν με πε­τρέ­λαιο ή γαιάν­θρα­κα. Τη δε­κα­ε­τί­α τού ’50 η ρα­γδαί­α πλη­θυ­σμια­κή αύ­ξη­ση τής Αι­γεί­ρας κα­τέ­στη­σε α­να­γκαί­α την κα­τα­σκευ­ή νέ­ου Να­ού Α­γί­ου Πα­ντε­λε­ή­μο­νος. Με πρω­τερ­γά­τη τον ιε­ρέ­α Θε­ό­δω­ρο Δη­μη­τρα­κό­που­λο και α­ρω­γό ό­λη την το­πι­κή κοι­νω­νί­α, οι ερ­γα­σί­ες κα­τα­σκευ­ής συ­νε­χί­στη­καν για αρ­κε­τά χρό­νια και το έ­τος 1963, α­νή­με­ρα της ε­ορ­τής του Να­ού, έ­γι­ναν τα ε­γκαί­νια. Α­ξιο­ση­μεί­ω­το εί­ναι το γε­γο­νός ό­τι, με­τά το γκρέ­μι­σμα του πα­λαιού Να­ού, για τις α­νά­γκες τής ε­νο­ρί­ας τής Αι­γεί­ρας χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε για τρί­α και πλέ­ον χρό­νια (1955-1959) το εκ­κλη­σά­κι τού Α­ϊ Γιάν­νη στα “Οι­κο­νο­μέ­ι­κα” (Α­να­το­λι­κή πλευ­ρά του Κριού πο­τα­μού). Ο Α­ϊ Γιάν­νης κτί­στη­κε το 1936 με πρω­το­βου­λί­α τής οι­κογ. Ρό­ζου.
Τό­τε, προ­ω­θή­θη­κε αί­τη­μα των κα­τοί­κων του οι­κι­σμού Οι­κο­νο­με­ΐ­κων να υ­πα­χθούν στην κοι­νό­τη­τα Αι­γεί­ρας. Το αί­τη­μα έ­γι­νε δε­κτό με Υ­πουρ­γι­κή α­πό­φα­ση το 1957 και έ­τσι η πε­ριο­χή α­πο­σπά­σθη­κε α­πό την κοι­νό­τη­τα Αι­γών (Βλο­βο­κάς) και προ­στέ­θη­κε στην Αι­γεί­ρα. Κα­τό­πιν, με δι­κα­στι­κή α­πό­φα­ση ο­ρί­στη­καν τα ό­ρια τής Αι­γεί­ρας με τις Αι­γές, στο “Αρ­μυ­ρού λα­γκά­δι” πα­ρα­λια­κά και στο “Σταυ­ρό” νό­τια. Στα τέ­λη τής δε­κα­ε­τί­ας τού ’70 τα ό­ρια των Αι­γών α­πό τον “Σταυ­ρό” κα­τέ­βη­καν μέ­χρι και το Λα­μπι­νό, α­φού ε­κεί εί­χε γί­νει η με­τοί­κι­ση των κα­τοί­κων α­πό την πα­λιά Βλο­βο­κά.
Γύ­ρω στο 1951, ξε­κί­νη­σαν και οι προ­σπά­θειες να α­πο­κτή­σει η Αι­γεί­ρα πο­δο­σφαι­ρι­κή ο­μά­δα. Ό­λοι οι νέ­οι της πε­ριο­χής διέ­θε­ταν πολ­λές ώ­ρες κα­θη­με­ρι­νά, α­φε­νός προ­πο­νού­με­νοι για να α­ντι­με­τω­πί­ζουν τις γει­το­νι­κές ο­μά­δες και α­φε­τέ­ρου ξε­λι­θα­ρί­ζο­ντας την πα­ρα­πο­τά­μια πε­ριο­χή τού Κριού (στο ση­μεί­ο που εί­ναι το ση­με­ρι­νό γή­πε­δο). Πα­ρά το “ά­τυ­πο” τού σω­μα­τεί­ου και με δε­δο­μέ­νο ό­τι έ­λειω­ναν πολ­λά ζευ­γά­ρια πα­πού­τσια, η φρε­σκο­βα­φτι­σμέ­νη “Θύ­ελ­λα” με αρ­χη­γό τον Ν.Ρ. και την πα­ρέμ­βα­ση του εξ αγ­χι­στεί­ας Αι­γει­ρά­τη Διοι­κη­τή του Α­στυ­νο­μι­κού Τμή­μα­τος Α­μπε­λο­κή­πων Κ.Σπ. ζή­τη­σαν και πή­ραν α­πό τον Πα­να­θη­να­ϊ­κό με­ρι­κά τσου­βά­λια... γε­μά­τα α­θλη­τι­κές φόρ­μες, πα­πού­τσια και μπά­λες.
Τριά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (19/10/1980) η Θύ­ελ­λα α­να­γνω­ρί­σθη­κε ε­πί­ση­μα ως α­θλη­τι­κός σύλ­λο­γος. Στις 17/11/1954 με­τα­φέρ­θη­κε α­πό το Κρά­θιο στην Αι­γεί­ρα, ο σταθ­μός Χω­ρο­φυ­λα­κής. Η με­τα­φο­ρά έ­γι­νε με ι­σχυ­ρές α­ντι­δρά­σεις των κα­τοί­κων τού Κρα­θί­ου. Για την α­πο­φυ­γή, δε, ε­πει­σο­δί­ων τα έ­πι­πλα με­τα­φέρ­θη­καν νύ­χτα στην Αι­γεί­ρα! Ο Σταθ­μός τής Αι­γεί­ρας κα­ταρ­γή­θη­κε στις 15/11/1971, τον ε­πα­νέ­φε­ραν στις 28/7/1976 και κα­ταρ­γή­θη­κε ο­ρι­στι­κά και α­με­τά­κλη­τα πριν λί­γο και­ρό χω­ρίς να ε­νο­χλη­θεί ή να δια­μαρ­τυ­ρη­θεί κα­νείς Αι­γει­ρά­της.
Στα τέ­λη τής δε­κα­ε­τί­ας τού ’50, ε­κεί στην α­νη­φό­ρα προς τα Μάρ­μα­ρα, το νέ­ο (δι­θέ­σιο αρ­χι­κά) δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο Αι­γεί­ρας ή­ταν έ­τοι­μο να δε­χτεί τους μα­θη­τές και συ­νέ­χι­σε τη λει­τουρ­γί­α του μέ­χρι τις 8 Δε­κεμ­βρί­ου 1998. Τό­τε ε­γκαι­νιά­σθη­κε στην Αι­γεί­ρα, το νέ­ο υ­περ­σύγ­χρο­νο εκ­παι­δευ­τή­ριο που στέ­γα­σε το Δη­μο­τι­κό και το Νη­πια­γω­γεί­ο. Το Νη­πια­γω­γεί­ο Αι­γεί­ρας λει­τουρ­γεί α­πό το σχο­λι­κό έ­τος 1997-1998. Στα Μάρ­μα­ρα λει­τουρ­γού­σε μέ­χρι και τη δε­κα­ε­τί­α τού ’80, το δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο τής Βελ­λάς. Το 1977, η Αι­γεί­ρα α­πέ­κτη­σε και Υ­γειο­νο­μι­κό Σταθ­μό, που (ευ­τυ­χώς) λει­τουρ­γεί α­κό­μα, τρα­γι­κά υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νος ό­μως.
Η πλη­θυ­σμια­κή δια­κύ­μαν­ση της νέ­ας κοι­νό­τη­τας έ­χει με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον α­φού μέ­σα σε 50 χρό­νια οι κά­τοι­κοί της υ­περ­τρι­πλα­σιά­στη­καν. Έ­τος 1928 κά­τοι­κοι: Αι­γεί­ρα 267 Μάρ­μα­ρα 57. 1940: Αι­γεί­ρα 374 Μάρ­μα­ρα 73. 1951: Αι­γεί­ρα 417 Μάρ­μα­ρα 164. 1961: Αι­γεί­ρα 604 Μάρ­μα­ρα 171. 1971: (κοι­νή α­πο­γρα­φή) 925 κά­τοι­κοι.
Το με­γά­λο “μπαμ” τού ’60 και ‘70
Σε δύ­ο πο­λύ ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα, που συ­νέ­βη­σαν με­τα­ξύ 1960 και 1970, ο­φεί­λε­ται, στα μέ­γι­στα, η ρα­γδαί­α α­νά­πτυ­ξη τής Αι­γεί­ρας.
Το έ­να εί­ναι η κα­τα­σκευ­ή τού πα­ρα­λια­κού δρό­μου, έρ­γο (αν και χτι­στό) πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή του και έ­κα­νε (τό­τε) την Αι­γεί­ρα, κομ­βι­κό, α­να­γνω­ρί­σι­μο, α­νερ­χό­με­νο και φη­μι­σμέ­νο κα­λο­και­ρι­νό προ­ο­ρι­σμό, που συ­νε­χί­στη­κε α­νο­δι­κά μέ­χρι τις αρ­χές τής δε­κα­ε­τί­ας του ’80. Ο κα­λαί­σθη­τος φω­τι­σμός σε ό­λο το μή­κος τού δρό­μου και τα πε­ρί­φη­μα τζαζ γλέ­ντια με ζω­ντα­νή ορ­χή­στρα, έ­κα­ναν την τό­τε Α­θη­να­ϊ­κή νε­ο­λαί­α φα­να­τι­κούς “Αι­γει­ρά­τες”... (Ου­δε­μί­α σχέ­ση με τον ση­με­ρι­νό δρό­μο “ναυά­γιο”).
Το δεύ­τε­ρο εί­ναι ό­ταν το 1965 ε­γκα­τα­στά­θη­κε στο δέλ­τα του πο­τα­μού Κριού η Τε­χνι­κή Ε­ται­ρί­α Βό­λου, η ο­ποί­α εί­χε α­να­λά­βει την κα­τα­σκευ­ή του τμή­μα­τος της Νέ­ας Ε­θνι­κής Ο­δού, α­πό το Κρά­θιο μέ­χρι σχε­δόν το Ξυ­λό­κα­στρο. Ή­ταν το με­γά­λο “μπαμ” για το μι­κρό χω­ριό μας. Το πλή­θος, α­πό μη­χα­νι­κούς, τε­χνι­κούς, ο­δη­γούς, ερ­γά­τες και ό­λα τα με­γά­λα στε­λέ­χη τής Τ.Ε.Β. που ε­γκα­τα­στά­θη­καν ε­δώ μα­ζί με τις οι­κο­γέ­νειές τους, προ­ξέ­νη­σε μια ξαφ­νι­κή οι­κι­στι­κή και ε­μπο­ρι­κή έ­κρη­ξη, δη­μιουρ­γώ­ντας τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να με­τα­μορ­φω­θεί η Αι­γεί­ρα α­πό έ­να μι­κρό πα­ρα­λια­κό χω­ριό σε μί­α πολ­λά υ­πο­σχό­με­νη α­να­πτυ­ξια­κά κω­μό­πο­λη. Ε­πί ε­πο­χής ΤΕΒ, στην Αι­γεί­ρα κα­τα­σκευά­σθη­κε και έ­να α­ξιό­λο­γο πε­ρι­φε­ρεια­κό ο­δι­κό δί­κτυο, ως α­πο­ζη­μί­ω­ση στις ό­ποιες (αρ­κε­τές) πα­ρά­πλευ­ρες α­πώ­λειες που δη­μιούρ­γη­σαν τα έρ­γα τα ο­ποί­α δι­ήρ­κε­σαν για δέ­κα πε­ρί­που χρό­νια.
Οι χα­μέ­νες ευ­και­ρί­ες
Βέ­βαια, θα μπο­ρού­σε να α­ξιο­ποι­η­θεί πιο “έ­ξυ­πνα” η πα­ρου­σί­α τής ΤΕΒ, α­πό τους Αι­γει­ρά­τες,. Η κα­τα­σκευ­ή, με σω­στές προ­δια­γρα­φές, τού πα­ρα­λια­κού δρό­μου θα ή­ταν έ­να έρ­γο που “θα έ­με­νε στις ε­πό­με­νες γε­νιές, έ­τσι για να μας θυ­μά­στε” ό­πως εί­χε πει τό­τε στέ­λε­χος της ε­ται­ρί­ας. Κα­νείς ό­μως δεν το σκέ­φτη­κε. Ε­δώ, πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με και την “πρώ­τη” με­γά­λη κα­τα­στρο­φή της πα­ρα­λί­ας, α­πό με­γά­λο πα­λιρ­ρο­ϊ­κό κύ­μα στις 7/2/1963 (Υ­πήρ­ξε και θά­να­τος τό­τε). Ε­πί­σης, αν εί­χαν ζη­τή­σει α­πό την ΤΕΒ και το Κρά­τος, α­μέ­σως με­τά το ξή­λω­μα του ερ­γο­τα­ξί­ου, να διευ­θε­τη­θεί η πο­τά­μια έ­κτα­ση που εί­χε κα­τα­λει­φθεί, θα εί­χα­με γλι­τώ­σει τις γνω­στές “γκρί­νιες” και δια­μά­χες που κα­λά κρα­τούν μέ­χρι και σή­με­ρα...
Το πιο τρα­γι­κό, βέ­βαια, συ­νέ­βη ό­ταν ο πρω­θυ­πουρ­γός Κων/νος Κα­ρα­μαν­λής ήρ­θε στην Αι­γεί­ρα το κα­λο­καί­ρι τού 1975, προ­σκε­κλη­μέ­νος α­πό τον φί­λο του ε­πι­χει­ρη­μα­τί­α Αν­δρέ­α Θ. Με­ντζε­λό­που­λο. Ου­δείς, λοι­πόν, α­πό τούς το­πι­κούς πα­ρά­γο­ντες που υ­πο­δέ­χθη­καν τον πρω­θυ­πουρ­γό, ζή­τη­σε κά­τι ση­μα­ντι­κό για την Αι­γεί­ρα (π.χ. α­να­κα­τα­σκευ­ή πα­ρα­λια­κού δρό­μου, ο­ριο­θέ­τη­ση Πα­ρα­λί­ας και Πο­τα­μού Κριού κ.ο.κ.).
Θα μου πεί­τε, φυ­σι­κά, ποιός γνώ­ρι­ζε την ε­πο­χή ε­κεί­νη τι ση­μαί­νει ο­ριο­θέ­τη­ση! Σω­στό­τα­τη η πα­ρα­τή­ρη­ση. Ό­μως, πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα μά­θα­με ό­τι στο ση­μεί­ο που “προ­σγειώ­θη­κε” το ε­λι­κό­πτε­ρο έ­γι­νε α­μέ­σως ο­ριο­θέ­τη­ση Αι­για­λού. Η υ­πό­λοι­πη Αι­γει­ρά­τι­κη πα­ρα­λί­α ο­ριο­θε­τή­θη­κε, με­τά α­πό πο­λύ­χρο­νους α­γώ­νες, στις 4 Ιου­νί­ου 2003. Ει­κο­σιο­κτώ χρό­νια αρ­γό­τε­ρα...
Κ.Ρ.