νεο

τάδε έφη Παυσανίας...

Η απόσταση από το ιερό του Ηρακλή που βρίσκεται στο δρόμο της Βούρας ως το επίνειο των Αιγειρατών που έχει το ίδιο όνομα με την πόλη (Αίγειρα) είναι εβδομήντα δύο στάδια. Οι παραθαλάσσιοι Αιγειράτες δεν έχουν τίποτε αξιομνημόνευτο∙ από το επίνειο ως την άνω πόλη η απόσταση είναι δώδεκα στάδια. Η Αιγείρα στα έπη του Ομήρου έχει το όνομα Υπηρεσία

Αιγείρα. Η Νύμφη τής Λεύκας (η άλλη εκδοχή τής προέλευσης του ονόματος της Αιγείρας)

Ο Όξυλος (πνεύμα τους δάσους) γιος του Ορείου, νυμφεύθηκε την Αμαδρυάδα αδελφή του και απέκτησε μαζί της τις 8 Αμαδρυάδες Νύμφες: Η Αίγειρος (ή Αιγείρα) ήταν η Νύμφη της Λεύκας. Η Άμπελος, η Νύμφη της Αμπέλου. Η Βαλανίς (ή Βάλανος), η Νύμφη της Βελανιδιάς. Η Κάρυα (ή Καρία), η Νύμφη της Αμυγδαλιάς. Η Κρανεία (ή Κρανία), η Νύμφη της Κρανιάς. Η Μορέα (ή Μορία), η Νύμφη της Μουριάς και της Άγριας Ελιάς. Η Πτελέα, η Νύμφη της Φτελιάς. Η Συκή, η Νύμφη της Συκιάς

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ


Σί­γουρα εί­ναι έ­να α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα ι­στο­ρι­κά – θρη­σκευ­τι­κά μνη­μεί­α της Ανα­το­λι­κής Αι­για­λεί­ας. Το μαρ­τυ­ρεί η ι­στο­ρί­α των 400 πε­ρί­που χρό­νων α­πό την κα­τα­σκευ­ή του.
Μι­λά­με για τη Μο­νή Α­γί­ων Απο­στό­λων που ευ­ρί­σκε­ται στην ο­ρει­νή πε­ριο­χή του Δή­μου Αι­γεί­ρας (ό­ρια Δ.Δ. Πε­ρι­θω­ρί­ου), με­τα­ξύ Σε­λιά­νας και Πε­ρι­θω­ρί­ου, στα πρώ­τα χι­λιό­με­τρα του χω­μά­τι­νου δρό­μου που ο­δη­γεί στο Σα­ρα­ντά­πη­χο.
Σε έ­να πλά­τω­μα του πευ­κό­φυ­του το­πί­ου, αι­σθα­νό­με­νοι τη μυ­ρω­διά του έ­λα­του που φύ­ε­ται με­ρι­κές ε­κα­το­ντά­δες μέ­τρα πιο πά­νω, α­κού­γο­ντας το γάρ­γα­ρο νερό να πέ­φτει α­πό ψη­λά, με μα­γευ­τι­κή θέ­α στον κά­μπο και την κοι­λά­δα του Κριού πο­τα­μού, στις 2 Νο­εμ­βρί­ου 2002 με­ση­μέ­ρι Σαβ­βά­του α­ντι­κρί­σα­με την ε­ξώ­θυ­ρα του Μο­να­στη­ριού.
Ο χώ­ρος “μύ­ρι­ζε” Ζω­ή…
Σε ε­ξέ­λι­ξη οι­κο­δο­μι­κές ερ­γα­σί­ες. Νέ­α στέ­γη στον ξε­νώ­να, οι­κο­δο­μι­κά υ­λι­κά, φρε­σκο­ορ­γω­μέ­νο το κτή­μα γύ­ρω­θε, ά­νε­τος και καθα­ρός ο χώ­ρος για τα αυ­το­κί­νη­τα…
Δεν προ­λά­βα­με να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με την ευ­χάρι­στη αυ­τή ο­πτι­κή έκ­πλη­ξή μας και μπρο­στά μας εμ­φα­νί­σθη­κε έ­νας ρα­σο­φό­ρος.

Πα­τήρ Παύ­λος μας συ­στή­θη­κε. Νέ­ος σε η­λι­κί­α με πα­νε­πι­στη­μια­κή μόρ­φω­ση, ήταν ο μο­να­χός που πριν λί­γο και­ρό α­πο­φά­σι­σε να συν­δέ­σει την εκ­κλη­σια­στι­κή του πο­ρεί­α με την Μο­νή των Α­γί­ων Απο­στό­λων.
Στη σύ­ντο­μη συ­ζή­τη­ση που είχα­με με τον π. Παύ­λο, α­ντι­λη­φθή­κα­με την τε­ρά­στια α­γά­πη του για το δρό­μο του μο­να­χι­σμού που έ­χει α­κο­λου­θή­σει, αλ­λά και το με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον του για τη συ­ντή­ρη­ση, α­νά­δει­ξη και α­ξιο­ποί­η­ση ε­νός χώρου για τον ο­ποί­ο οι ι­στο­ρι­κοί έ­χουν α­φιε­ρώ­σει πολ­λές ση­μα­ντι­κές σε­λί­δες.
Κα­τα­λά­βα­με ό­τι στην προ­σπά­θειά του αυ­τή θα πρέ­πει να ξε­κι­νή­σει σχε­δόν από το μη­δέν, α­φού το συ­γκρό­τη­μα, πα­ρά την πρό­σφα­τη αλ­λα­γή της στέ­γης του ξενώ­να έ­χει ση­μα­ντι­κές ελ­λεί­ψεις, ε­νώ ο να­ός στε­ρεί­ται τα α­πα­ραί­τη­τα ιε­ρά σκεύ­η.
Του υ­πο­σχε­θή­κα­με ότι θα τον ξα­να­ε­πι­σκε­φθού­με σύ­ντο­μα και θα βρε­θού­με αρω­γοί στις ε­νέρ­γειες α­νά­δει­ξης του μο­να­στη­ριού.
Ως πρώ­τη, λοι­πόν, προ­σέγ­γι­ση του θέ­μα­τος, πα­ρου­σιά­ζου­με συ­νο­πτι­κά την πορεί­α τεσ­σά­ρων αιώ­νων της Ι.Μ Α­γί­ων Α­πο­στό­λων.
Πε­ρί το 1600 μ.Χ. το­πο­θε­τούν οι ι­στο­ρι­κοί την κα­τα­σκευ­ή του κα­θο­λι­κού (να­ού) της Μο­νής. Και τού­το ε­πει­δή δεν ευ­ρέ­θη­σαν στοι­χεί­α που να α­πο­δει­κνύ­ουν τη λει­τουρ­γί­α της και τον 16ο αιώ­να, πράγ­μα, ό­μως, διό­λου α­πί­θα­νο.
Η πρώ­τη α­να­φο­ρά για τους Α­γί­ους Α­πο­στό­λους γί­νε­ται α­πό τον Πα­τριάρ­χη Ιερο­σο­λύ­μων Δο­σί­θε­ο Σκαρ­πέ­τη που γεν­νή­θη­κε το 1641 στην Α­ρά­χω­βα και χει­ρο­το­νήθη­κε διά­κο­νος στη Μο­νή το 1652 α­πό τον Μη­τρο­πο­λί­τη Κο­ρίν­θου Γρη­γό­ριο Γου­λι ανό.
Ο Δο­σί­θε­ος, που α­νήλ­θε στον Πα­τριαρ­χι­κό θρό­νο των Ιε­ρο­σο­λύ­μων το 1670, σε ηλι­κί­α 29 ε­τών, υ­πήρ­ξε α­ξιο­λο­γό­τα­τη πνευ­μα­τι­κή μορ­φή της ορ­θο­δο­ξί­ας και σίγου­ρα βο­ή­θη­σε στην α­νά­δει­ξη της μο­νής ε­κεί­νη την ε­πο­χή.
Α­ξιο­ση­μεί­ω­τη εί­ναι ε­πί­σης η ε­πι­γρα­φή κά­τω α­πό την ει­κό­να του Α­γί­ου Ιω­άν­νου, που με χρο­νο­λο­γί­α 1646 μας πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι “ε­κεί­νο τον και­ρό έ­γι­νε με­γάλο κα­κό και ό­λα τα χρι­στια­νι­κά (χω­ριά;) εμαρ­τύ­ρη­σαν…”.
Το 1743 ο τέ­ως η­γού­με­νος Αγα­θάγ­γε­λος με δι­κά του χρή­μα­τα προ­χώ­ρη­σε στην κατα­σκευ­ή του τέ­μπλου του Να­ού που σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα. Η ε­πι­γρα­φή πά­νω α­πό τη βό­ρεια θύ­ρα του Ιε­ρού α­να­φέ­ρει: “Η­στο­ρί­θη και ε­χρυ­σό­θη το ιε­ρόν και θεί­ον τού­το τέ­μπλιον δια συν­δρο­μής και ε­ξό­δου του Πα­νο­σιώ­τα­του εν ιε­ρομο­νά­χοις κυρ Α­γα­θάγ­γε­λου πρώ­ην η­γου­μέ­νου, δια ψυ­χι­κήν αυ­τού σω­τη­ρί­αν…”
Το κα­θο­λι­κό (να­ός) της μο­νής εί­ναι μο­νό­κογ­χος ξυ­λό­στε­γος βα­σι­λι­κή, ο κυρί­ως να­ός έχει μή­κος 8,60 μ. και πλά­τος 3,75 μ,, το Ιε­ρό 2,45 μ. και ο νάρ­θη­κας μή­κος 2,80 μ. και πλά­τος 4,52 μ.
Μια πα­λαιά ε­πι­γρα­φή στην εί­σο­δο, που κα­τα­στρά­φη­κε α­πό κτί­στες και εί­χε χρο­νολο­γί­α 1621, πι­στο­ποιεί ό­τι οι α­γιο­γρά­φη­ση έ­γι­νε α­πό τους πε­ρί­φη­μους ζω­γρά­φους του Ναυ­πλί­ου α­δελ­φούς Δη­μή­τριο και Γε­ώρ­γιο Μό­σχο, ό­πως ση­μεί­ω­σε κα­τά την ε­πί­σκε­ψή του ε­κεί τον Αύ­γου­στο του 1922 ο Βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος Ν. Κα­λο­γε­ρό­πουλος.
Ε­ντυ­πω­σια­κές πα­ρα­μέ­νουν μέ­χρι και σή­με­ρα με­γά­λο μέ­ρος των α­γιο­γρα­φιών, με μορ­φές που λαμ­βά­νουν έκ­φρα­ση και έ­χουν α­πο­τυ­πω­θεί με ζω­ντά­νια.
Ση­μα­ντι­κές ό­μως εί­ναι οι κατα­στρο­φές που κα­τά τη διάρ­κεια των αιώ­νων συνέ­βη­σαν στις τοι­χο­γρα­φί­ες (ε­ξο­ρύ­ξεις ο­φθαλ­μών), κυ­ρί­ως α­πό τους κα­τα­κτη­τές με­τά την α­πο­τυ­χί­α της ε­πα­νά­στα­σης του 1770.
Η πα­ρου­σί­α της Μο­νής κα­τά τη διάρ­κεια της Ε­πα­νά­στα­σης του 1821 δεν εί­ναι εμ­φα­νής, ε­νώ α­μέ­σως με­τά την ί­δρυ­ση του Ελ­λη­νι­κού Κρά­τους ξέ­σπα­σε οι­κο­νο­μική κρί­ση και τσα­κω­μός με­τα­ξύ των μο­να­χών. Μέ­χρι και τό­τε εκ­κλη­σια­στι­κά άνη­κε στη Μη­τρό­πο­λη Κο­ρίν­θου.
Τον Ια­νουά­ριο του 1829 κα­τό πιν ε­ντο­λής του Κα­πο­δί­στρια διε­νερ­γή­θη­κε κα­ταγρα­φή της πε­ριου­σί­ας των Μο­να­στη­ριών της Πε­λο­πον­νή­σου. Στο εν λό­γω Μο­να­στή­ρι κα­τα­γρά­φη­καν τα ε­ξής: 1 αρ­γυ­ρό δι­σκο­πό­τη­ρο, 1 αρ­γυ­ρό ευαγ­γέ­λιο, 2 αρ­γυ­ρά καν­δή­λια, 2 κου­τιά ά­για λει­ψά­νων ζε­ντε­φέ­νια, τα α­να­γκαί­α ιε­ρά σκεύ­η και βιβλία εκ­κλη­σί­ας. 25 στρέμ­μα­τα μη καλ­λιερ­γή­σι­μα γύ­ρω α­πό τη μο­νή, 2 μύ­λους, 25 στρέμ­μα­τα α­μπέ­λι και στο με­τό­χι (Μαυ­ρέ­ντι) 25 στρέμ. χω­ρά­φια, 25 + 3 στρέμ. α­μπέ­λια, 11 στρέμ. στα­φί­δες, 1 ε­λαιο­τρι­βείο, 120 ε­λαιό­δεν­δρα, 150 αι­γο­πρό­βα­τα, 6 γε­λά­δια, 2 άλο­γα, 7 βό­δια.
Η­γού­με­νος, το 1829, ή­ταν ο Άν­θι­μος, ενώ διέ­με­ναν και 3 ιε­ρο­μό­να­χοι, 4 μο­να­χοί, 4 δό­κιμοι, 6 μι­σθω­τοί. Οι ο­φει­λές του μο­να­στη­ριού σε δια­φό­ρους ή­ταν 2690 γρό­σια.
Το 1834 υ­πή­χθη ως Με­τό­χι στο Μέ­γα Σπή­λαιο.
Τον Ια­νουά­ριο του 1836 το μο­να­χι­κό δυ­να­μι­κό στους Α­γί­ους Α­πο­στό­λους εί­χε ως ε­ξής: Παρ­θέ­νιος Πα­να­γιω­τό­που­λος από τη Σε­λιά­να, ε­τών 52, προ­η­γού­με­νος, μπήκε στη μο­νή το 1800. Άν­θι­μος Θε­ο­χα­ρό­που­λος από τη Σε­λιά­να, η­γού­με­νος, ε­τών 40, μπή­κε στη μο­νή το 1809. Διο­νύ­σιος Νι­κο­λό­που­λος α­πό το Πε­ρι­θώ­ρι, ε­τών 38, ιε­ρο­μό­ναχος, μπή­κε στη μο­νή το 1810. Α­να­νί­ας Πα­να­γιω­τα­κό­που­λος α­πό τη Σε­λιά­να, ε­τών 35, ιε­ρο­μό­να­χος, μπή­κε στη μο­νή το 1815. Δα­μια­νός Ρη­γό­που­λος α­πό το Σα­ρα­ντά­πη­χο, ε­τών 110, μο­να­χός, μπή­κε στη μο­νή το 1755, ο ο­ποί­ος ή­ταν τυ­φλός και α­πό το 1826 ή­ταν κατά­κοι­τος. Α­γά­πιος Στα­μα­τό­που­λος α­πό τη Γκού­ρα, ε­τών 38, μο­να­χός, μπή­κε στη μο­νή το 1815. Χρι­στό­φο­ρος Βα­σι­λα­κό­που­λος α­πό τη Βλο­βο­κά, ε­τών 30, μο­να­χός, μπή­κε στη μο­νή το 1820.
Την ε­πο­χή ε­κεί­νη η μο­νή ε­κτός α­πό το Με­τό­χι στο Μαυ­ρέ­ντι, εί­χε ε­κτά­σεις και στην Α­κρά­τα, στις ο­ποί­ες ή­θε­λαν να με­τοι­κή­σουν κά­τοι­κοι των Χα­σί­ων. Ζητή­θη­κε κρα­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση α­πό τον Νο­μάρ­χη Α­χα­ΐ­ας – Η­λί­ας, ώ­στε να ε­κτι­μηθεί η έ­κτα­ση και να πω­λη­θεί, λό­γω και της ά­σχη­μης οι­κο­νο­μι­κής κα­τά­στα­σης του μο­να­στη­ριού.
Το 1848 δια­τά­χτη­κε έ­ρευ­να στα οι­κο­νο­μι­κά του και υ­πήρ­ξε πα­ρέμ­βα­ση της Ιε­ράς Συ­νό­δου με την ο­ποί­α στα­μά­τη­σε η δι­χό­νοια που υ­πήρ­χε με­τα­ξύ των μο­να­χών. Ηγού­με­νος ή­ταν ο Αβέρ­κιος και προ­η­γού­με­νος ο Χρι­στό­φο­ρος. Το 1851 εί­χε 11 μο­να­χούς.
Το Μο­να­στή­ρι α­να­και­νί­στη­κε το 1896. Ο τε­λευ­ταί­ος μο­να­χός που υ­πη­ρέ­τη­σε ε­κεί ή­ταν ο Φι­λά­ρε­τος (Ιω­άν­νης) Για­ννό­που­λος από τη Βελ­λά (1955).
Λί­γο αρ­γό­τε­ρα το­ποθε­τή­θη­κε εκεί η μο­να­χή Παν­σέ­μνη Φαρ­μά­κη α­πό τη Βερ­γου­βί­τσα.
Τον Α­πρί­λιο του1969 σει­σμός κα­τέ­στρε­ψε τον ξε­νώ­να που κα­τε­δα­φί­στη­κε το 1973. Η α­νέ­γερ­ση νέ­ου άρ­χι­σε το 1974 με πο­σό 100.000 δρχ που έ­δω­σε η Νο­μαρ­χί­α Α­χα­ΐ­ας.
Φυ­σι­κό ε­πα­κό­λου­θο ό­λων των α­νω­τέ­ρω ή­ταν το ό­τι το Υ­πουρ­γεί­ο Πο­λι­τι­σμού έχει χα­ρα­κτη­ρί­σει τη Μο­νή Α­γί­ων Α­πο­στό­λων Δια­τη­ρη­τέ­ο Μνημείο.
Στις 23 Μαΐου 2007, με το υπ' αριθμό 100 Προεδρικό Διάταγμα που υπογράφηκε από τον Κάρολο Παπούλια και τον υφυπουργό Παιδείας κ Θρησκευμάτων Γ. Καλό, άλλαξε και τυπικά από γυναικεία σε Ανδρώα Ιερά Κοινοβιακή Μονή.