νεο

τάδε έφη Παυσανίας...

Η απόσταση από το ιερό του Ηρακλή που βρίσκεται στο δρόμο της Βούρας ως το επίνειο των Αιγειρατών που έχει το ίδιο όνομα με την πόλη (Αίγειρα) είναι εβδομήντα δύο στάδια. Οι παραθαλάσσιοι Αιγειράτες δεν έχουν τίποτε αξιομνημόνευτο∙ από το επίνειο ως την άνω πόλη η απόσταση είναι δώδεκα στάδια. Η Αιγείρα στα έπη του Ομήρου έχει το όνομα Υπηρεσία

Αιγείρα. Η Νύμφη τής Λεύκας (η άλλη εκδοχή τής προέλευσης του ονόματος της Αιγείρας)

Ο Όξυλος (πνεύμα τους δάσους) γιος του Ορείου, νυμφεύθηκε την Αμαδρυάδα αδελφή του και απέκτησε μαζί της τις 8 Αμαδρυάδες Νύμφες: Η Αίγειρος (ή Αιγείρα) ήταν η Νύμφη της Λεύκας. Η Άμπελος, η Νύμφη της Αμπέλου. Η Βαλανίς (ή Βάλανος), η Νύμφη της Βελανιδιάς. Η Κάρυα (ή Καρία), η Νύμφη της Αμυγδαλιάς. Η Κρανεία (ή Κρανία), η Νύμφη της Κρανιάς. Η Μορέα (ή Μορία), η Νύμφη της Μουριάς και της Άγριας Ελιάς. Η Πτελέα, η Νύμφη της Φτελιάς. Η Συκή, η Νύμφη της Συκιάς

ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΣΤΟ «ΒΕΛΛΑΪΤΙΚΟ» ΒΟΥΝΟ

Το να προ­σπα­θή­σει κά­ποιος να πε­ρι­γρά­ψει μια εκ­δρο­μή στα ο­ρει­νά την Πρω­τομα­γιά, δεν θα εί­ναι κα­θό­λου πρω­τό­τυ­πο, α­φού μια τέ­τοια μέ­ρα ό­λοι ε­μείς οι “α­στοί” θε­ω­ρού­με ε­πι­βε­βλη­μέ­νο να “εκ­δρά­μω­μεν εις τας ε­ξο­χάς”.
Να “πιά­σου­με το Μά­η” συ­νη­θί­ζου­με να λέ­με, α­κο­λου­θώ­ντας πι­στά τα έ­θιμα και τις πα­ρα­δώ­σεις μας. Ευ­και­ρί­α δηλ. να ε­πι­σκε­φθού­με τα χω­ριά των παπ­πού­δων μας και να α­πο­λαύ­σου­με τους κα­τα­πλη­κτι­κούς με­ζέ­δες των το­πι­κών “κα­φε-ε­στια­το­ρί­ων” στα ο­ποί­α “ο­λη­με­ρίς” γί­νε­ται το α­δια­χώ­ρη­το…” Όσα φυ­σι­κά λει­τουρ­γούν τούτη τη ­μέ­ρα.
Αυ­τή τη πρω­το­μα­γιά ό­μως α­πο­φα­σί­σα­με να πά­με κό­ντρα στο ρεύ­μα. Να πά­με ε­κεί που δεν εί­χαν πά­ει οι πολ­λοί…
Το δί­λημ­μα ή­ταν τε­ρά­στιο. Περ­νώ­ντας α­πό τα πρώ­τα ο­ρει­νά κε­ντρά­κια, η τσίκνα α­πό τα πα­ϊ­δά­κια σε προ­κα­λού­σε να τρα­βή­ξεις χει­ρό­φρε­νο και να α­φε­θείς στο “με­γά­λο φα­γο­πό­τι”. Τό­τε ή­ταν που κιν­δύ­νε­ψε σο­βα­ρά η συ­νο­χή της μικρής πα­ρέ­ας μας.
Ευ­τυ­χώς ό­μως, η μη ύ­παρ­ξη κε­νής κα­ρέ­κλας α­πό τη μια και η θέ­α των αν­θι­σμέ­νων κε­ρα­σιών α­πό την άλ­λη, έ­ρι­ξε το σύν­θη­μα: Ας προ­χω­ρή­σουμε λί­γο πα­ρα­πά­νω…
Και έ­τσι ξε­κί­νη­σε μια ό­μορ­φη, αλ­λά και ε­πι­κίν­δυ­νη, πε­ρι­πέ­τεια! Αυ­τό βέβαια το κα­τα­λά­βα­με πο­λύ αρ­γό­τε­ρα.
Με­ρι­κές ε­κα­το­ντά­δες μέ­τρα πα­ρα­πά­νω. Στρο­φή α­ρι­στε­ρά. Προ­ο­ρι­σμός Ευ­ρω­στί­να. Αν δεν πα­τή­σεις χώ­μα πως θα κα­τα­λά­βεις ό­τι πας σε βου­νό…
Σύ­ντο­μη η διαδρο­μή, α­πό τον αρ­κε­τά κα­λά κα­θα­ρι­σμέ­νο δρό­μο, ως την κο­ρυ­φή. Ε­κεί νιώ­σα­με την πρώ­τη …α­πο­γο­ή­τευ­ση - “δι­καί­ω­ση”, α­φού ε­λά­χι­στοι ή­ταν αυ­τοί που είχαν α­νέ­βει επάνω.
Δε­κά­λε­πτο στα­μά­τη­μα και μια γε­ρή ρου­φη­ξιά α­ρώ­μα­τος ά­γριας φύ­σης. Το βλέμμα να χά­νε­ται στο ά­πει­ρο… Πά­ντα ό­μως προς δυ­τι­κά. Α­να­το­λι­κά, η θέ­α του “φα­λα­κρού” (λό­γω φω­τιάς) ο­ρο­πε­δί­ου της Ευ­ρω­στί­νας σε κά­νει να α­πο­στρέ­φεις το πρό­σω­πο.
Προς δυ­τι­κά λοι­πόν...
Η η­μί­ω­ρη κα­σέ­τα της βι­ντε­ο­κά­με­ρας και οι ο­γδό­ντα πε­ρί­που φω­το­γρα­φί­ες που χώ­ρα­γε η ψη­φια­κή μη­χα­νή, φά­ντα­ζαν ε­λά­χι­στα μπρο­στά στα κα­τα­πλη­κτι­κά τοπί­α που “έ­πρε­πε” να α­πο­τυ­πώ­σου­με.
Και τό­τε έ­γι­νε “το λά­θος”! Ο φα­κός ε­στιά­στη­κε στο α­πέ­να­ντι βου­νό και στην ε­ντυ­πω­σια­κή “Ξε­ρό­βρυ­ση”. Έ­να τυ­χαί­ο, α­νε­παί­σθη­το, κού­νη­μα της κάμε­ρας προς το βο­ρά, έ­φε­ρε μπρο­στά μας έ­ναν φι­δί­σιο δρό­μο προς την κο­ρυ­φή του Βελ­λα­ϊ­τι­κου.
Η α­πό­φα­ση να “αλ­λά­ξου­με βου­νό” ή­ταν σιω­πη­ρή και α­κα­ριαί­α.
Ού­τε εί­κο­σι λε­πτά δεν κά­να­με ως την υ­πε­ραιω­νό­βια γέ­φυ­ρα του Κριού που θα μας περ­νού­σε α­πέ­να­ντι.
Τώ­ρα ο Κριός κυ­λού­σε στα δε­ξιά μας, αλ­λά κά­θε διά­θε­ση για φω­το­γρά­φη­ση μας έ­φυ­γε στο διά­βα του κα­τε­στραμ­μέ­νου δρό­μου α­πό τις με­γά­λες κα­το­λι­σθή­σεις του Βε­λα­ϊ­τι­κου βου­νού.
Μι­σή ώ­ρα αρ­γό­τε­ρα τα αυ­τιά μας δεν χόρ­ται­ναν να α­κούν το θό­ρυ­βο α­πό τους κα­ταρ­ρά­χτες του νε­ρού που έ­πε­φταν α­πό την “Ξε­ρό­βρυ­ση” και το “Σού­βαλτο”.
Η θέ­α α­πό την εκ­κλη­σί­α του χω­ριού, μο­να­δι­κή. Στο βά­θος έ­να κο­πά­δι πρό­βα­τα, τρί­α – τέσ­σα­ρα τσο­πα­νό­σκυ­λα και έ­νας άν­θρω­πος, ή­ταν τα μό­να “κι­νού­με­να α­ντι­κεί­με­να” στο έ­ρη­μο χω­ριό.
Ώ­ρα να φεύ­γου­με. Η πε­ρι­πέ­τεια μό­λις τώ­ρα αρ­χί­ζει. Η κο­ρυ­φή εί­ναι πο­λύ μα­κριά.
Πά­λι χω­μά­τι­νος δρό­μος. Δύ­ο πα­λιές “ρο­δο­σιές” μας έ­κα­ναν να νοιώ­σουμε α­σφά­λεια. Έ­χουν πε­ρά­σει και άλ­λοι μο­νο­λο­γού­σα­με και α­νε­βαί­να­με. Κοι­τούσα­με α­πέ­να­ντι. Ε­κεί που εί­μα­στε πριν μιά­μι­ση ώ­ρα.
Το ο­ρο­πέ­διο της Ευ­ρω­στίνας ή­ταν τό­σο χα­μη­λό!!! Σί­γου­ρα εί­χα­με ξε­πε­ρά­σει τα 1200 υ­ψό­με­τρο…
Α­φε­θή­κα­με στο κοί­ταγ­μα της “α­πε­ρα­ντο­σύ­νης” και δεν κα­τα­λά­βα­με ό­τι στο δρό­μο πλέ­ον υ­πήρ­χαν τα ί­χνη μό­νο του δι­κού μας αυ­το­κι­νή­του… Αχ και να ήταν φορ­τη­γό!
Τώ­ρα εί­ναι που χρειά­στη­κε να γί­νει κα­τα­νο­μή αρ­μο­διο­τή­των…
Ο έ­νας στο τιμό­νι, ο άλ­λος με την κά­με­ρα (για το ρε­πορ­τάζ) και ο τρί­τος μπρο­στά πε­ζός να κλω­τσά πέ­τρες για να κλί­νουν τα νε­ρο­φα­γώ­μα­τα. Πε­ρά­σα­με μια έ­ρη­μη στά­νη και παρ’ ό­τι “δεν υ­πήρ­χε” πλέ­ον δρό­μος δεν σκε­πτό­μα­στε καν την ε­πί τό­που στρο­φή. Θέ­λα­με να φτά­σου­με στην κο­ρυ­φή.
Τό­τε εί­ναι που νοιώ­σα­με τη δεύ­τε­ρη α­πο­γο­ή­τευ­ση, α­φού τε­λι­κά ε­πι­κρά­τη­σε η λο­γι­κή και γυ­ρί­σα­με.. Εξ άλ­λου δεν ξέ­ρα­με πως με­τα­τρέ­πε­ται το μι­κρό ΙΧ σε μπουλ­ντό­ζα!
Γυ­ρί­σα­με… Τρό­πος του λέ­γειν. Λί­γο πιο κά­τω, στα α­ρι­στε­ρά μας, έ­νας “κα­ταπρά­σι­νος” α­πό χλό­η δρό­μος. Α­πό αυ­τόν θα φθά­σου­με κά­τω γρη­γο­ρό­τε­ρα σκεφθή­κα­με, παρ’ ό­τι μάλ­λον για χρό­νια δεν εί­χε πε­ρά­σει άλ­λο αυ­το­κί­νη­το.
Ο Κο­ριν­θια­κός στα πό­δια μας. Η “Ξε­ρό­βρυ­ση” δί­πλα μας. Ο χιο­νι­σμέ­νος (ακό­μα) Παρ­νασ­σός α­πέ­να­ντί μας.
Το κα­τα­πρά­σι­νο, αλ­λά χω­ρίς δέν­δρα, βου­νό μας εί­χε συ­νε­πά­ρει. Ού­τε μια στιγ­μή δεν σκε­φτή­κα­με ό­τι εί­μα­στε μέ­σα σε έ­να κοι­νό αυ­το­κί­νη­το, και κα­τε­βαί­να­με από έ­να δρό­μο που ή­ταν σί­γου­ρα ξε­χα­σμέ­νος α­πό τα αν­θρώ­πι­να βλέμ­μα­τα, ε­δώ και και­ρό.
Ύ­στε­ρα α­πό μί­α και πλέ­ον ώ­ρα λί­αν ε­πι­κίν­δυ­νης κα­τά­βα­σης, συνοδευόμενη με α­νά­λο­γο φό­βο μή­πως “δια­νυ­κτε­ρεύ­σου­με” ε­κεί, πα­τή­σα­με ε­πί τέ­λους ά­σφαλ­το!
Συ­νε­χί­σα­με για …θά­λασ­σα, με α­τε­λεί­ω­τες συ­ζη­τή­σεις για το αν ή­ταν “σω­στή” η δια­δρο­μή που α­κο­λου­θή­σα­με…
Το συ­μπέ­ρα­σμα: Ναι, θα το ξα­να­κά­να­με! Με έ­να πιο “ε­ξει­δι­κευ­μέ­νο” ό­χη­μα βέ­βαια. Και εφ’ ό­σον μα­θαί­να­με ό­τι πέ­ρα­σε κά­ποιο μη­χά­νη­μα για έ­να “ψιλο­κα­θά­ρι­σμα” σε αυ­τές τις, μο­να­δι­κής ο­μορ­φιάς, δια­δρο­μές…