νεο

τάδε έφη Παυσανίας...

Η απόσταση από το ιερό του Ηρακλή που βρίσκεται στο δρόμο της Βούρας ως το επίνειο των Αιγειρατών που έχει το ίδιο όνομα με την πόλη (Αίγειρα) είναι εβδομήντα δύο στάδια. Οι παραθαλάσσιοι Αιγειράτες δεν έχουν τίποτε αξιομνημόνευτο∙ από το επίνειο ως την άνω πόλη η απόσταση είναι δώδεκα στάδια. Η Αιγείρα στα έπη του Ομήρου έχει το όνομα Υπηρεσία

Αιγείρα. Η Νύμφη τής Λεύκας (η άλλη εκδοχή τής προέλευσης του ονόματος της Αιγείρας)

Ο Όξυλος (πνεύμα τους δάσους) γιος του Ορείου, νυμφεύθηκε την Αμαδρυάδα αδελφή του και απέκτησε μαζί της τις 8 Αμαδρυάδες Νύμφες: Η Αίγειρος (ή Αιγείρα) ήταν η Νύμφη της Λεύκας. Η Άμπελος, η Νύμφη της Αμπέλου. Η Βαλανίς (ή Βάλανος), η Νύμφη της Βελανιδιάς. Η Κάρυα (ή Καρία), η Νύμφη της Αμυγδαλιάς. Η Κρανεία (ή Κρανία), η Νύμφη της Κρανιάς. Η Μορέα (ή Μορία), η Νύμφη της Μουριάς και της Άγριας Ελιάς. Η Πτελέα, η Νύμφη της Φτελιάς. Η Συκή, η Νύμφη της Συκιάς

Με αφορμή το ξήλωμα μιάς “ασήμαντης” σιδηροτροχιάς στην Αιγείρα...

Στην Ελλάδα ...Ποτέ Δεν Πε­θαί­νει η διαχρονικότητα της “πολιτικής - οικονομικής μιζέ­ριας”!
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2010
Ο “Μου­ντζού­ρης” τού Τρι­κού­πη, έ­κα­νε πέ­ντε χρό­νια να πιάσει στο Πα­τρι­νό λι­μά­νι! Το νέ­ο τρέ­νο “πύ­ραυ­λος”, πό­σο θα χρεια­στεί για να φτά­σει στην Α­χα­ϊ­κή Πρω­τεύ­ου­σα;
Ή­ταν κά­τι το α­να­με­νό­με­νο. Μπο­ρεί και να άρ­γη­σε κά­μπο­σα χρό­νια. Το ξή­λω­μα της γραμ­μής τού Τρι­κού­πη, πα­ρά τις γνω­στές ε­μπλο­κές και κα­θυ­στε­ρή­σεις, προ­χω­ρά(;)... Χι­λιο­ει­πω­μέ­να τα προ­βλή­μα­τα της κα­τα­σκευ­ής του νέ­ου σι­δη­ρο­δρό­μου, που θα α­ντι­κα­τα­στή­σει το υ­πέρ­γη­ρο -υ­πε­ραιω­νό­βιο- και πρώ­το με­γά­λο έρ­γο τού Ελ­λη­νι­κού κρά­τους, ε­δώ στη βό­ρεια Πε­λο­πόν­νη­σο...
“Α­σή­μα­ντο” γε­γο­νός, θα μου πεί­τε, το ξή­λω­μα κά­ποιων σι­δη­ρο­τρο­χιών που έ­λα­βε χώ­ρα το με­ση­μέ­ρι τής Πέ­μπτης 30 Σε­πτεμ­βρί­ου 2010 κο­ντά στον Κριό α­πέ­να­ντι στον Άϊ Γιάννη. 
Πράγ­μα­τι, τι α­ξί­α μπο­ρεί να έ­χει έ­να τέ­τοιο γε­γο­νός, α­φού με τους ρυθ­μούς ε­κτέ­λε­σης τού έρ­γου, πα­ρό­μοιες ει­κό­νες θα βλέ­που­με για κά­να δύ­ο χρό­νια α­κό­μα! Ο­φεί­λου­με ό­μως να πα­ρα­δε­χτού­με -έ­στω και αν δεν το α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τώ­ρα- ό­τι α­πο­τε­λεί μια ι­στο­ρι­κή στιγ­μή, α­φού ξη­λώ­νε­ται ο­ρι­στι­κά η με­τρι­κή σι­δη­ρο­δρο­μι­κή γραμ­μή στην Αι­γεί­ρα, η λει­τουρ­γί­α τής ο­ποί­ας δι­ήρ­κε­σε 125 α­κρι­βώς χρό­νια.  
Μιας και δεν έ­χου­με, λοι­πόν, να πού­με τί­πο­τα νε­ό­τε­ρο για το έρ­γο κα­τα­σκευ­ής τού νέ­ου τρέ­νου “πύ­ραυ­λος”, το ο­ποί­ο ξε­κί­νη­σε ε­δώ και μια του­λά­χι­στον δε­κα­ε­τί­α α­πό Α­θή­να και κα­λώς ε­χό­ντων των πραγ­μά­των θα χρεια­στεί άλ­λη μια δε­κα­ε­τί­α για να σφυ­ρί­ξει στην Πά­τρα, ας προ­σπα­θή­σου­με να λύ­σου­με μια ι­στο­ρι­κή α­πορία­...
Τό­τε, το 1882, ξε­κί­νη­σαν τα έρ­γα α­πό τον Πει­ραιά και το 1887 φέ­ρα­νε το τρέ­νο στην Πά­τρα, μό­νο με έ­να χρό­νο κα­θυ­στέ­ρη­ση στη σύμ­βα­ση, πα­ρα­κα­λώ! 
 Δεν έ­χου­με λοι­πόν την πε­ριέρ­γεια να δού­με πώς έ­γι­νε ε­κεί­νο το θαύ­μα, που μπο­ρεί να α­νά­γκα­σε τον Χα­ρί­λα­ο Τρι­κού­πη να πει το “δυ­στυ­χώς ε­πτω­χεύ­σα­με”, αλ­λά μας ά­φη­σε έ­να τρέ­νο με το ο­ποί­ο βο­λευ­τή­κα­με για 125 πε­ρί­που χρό­νια...
Στον Τρι­κού­πη σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση έ­χει “χρε­ω­θεί” το έρ­γο αυ­τό, ό­ταν σε μια α­στα­θή πο­λι­τι­κή πε­ρί­ο­δο α­νέ­λα­βε για τρί­τη φο­ρά την Πρω­θυ­πουρ­γί­α. Με την κυ­βέρ­νη­ση που συ­γκρό­τη­σε τον Μάρ­τιο του 1882 α­πο­φά­σι­σε τη δη­μιουρ­γί­α σι­δη­ρο­δρο­μι­κού δι­κτύ­ου. 
Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι ε­νώ το 1882 υ­πήρ­χαν σε λει­τουρ­γί­α μό­νο 9 πε­ρί­που χι­λιό­με­τρα σι­δη­ρο­δρο­μι­κής γραμ­μής που συ­νέ­δε­αν την Α­θή­να (Θη­σεί­ο) με το ε­πί­νειό της, τον Πει­ραιά, το 1893 λει­τουρ­γού­σαν 914 χι­λιό­με­τρα σι­δη­ρο­δρο­μι­κών γραμ­μών και άλ­λα 490 ή­ταν υ­πό κα­τα­σκευ­ή. Για τη χρη­μα­το­δό­τη­ση των έρ­γων πή­ρε δύ­ο με­γά­λα δά­νεια και ε­πέ­βα­λε φο­ρο­λο­γί­α στον κα­πνό και το κρα­σί. Η διά­νοι­ξη της Διώ­ρυ­γας της Κο­ρίν­θου ε­πε­τεύ­χθη χά­ρη στον Τρι­κού­πη, ο ο­ποί­ος και την ε­γκαι­νί­α­σε το 1893.
Το δί­κτυο της Πε­λο­πον­νή­σου ή­ταν ζω­τι­κής ση­μα­σί­ας για την οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη της χώ­ρας. Δύ­ο α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα λι­μά­νια, της Πά­τρας και της Κα­λα­μά­τας, που ε­ξε­λίσ­σο­νταν και σε βιο­μη­χα­νι­κά κέ­ντρα βρί­σκο­νταν στην Πε­λο­πόν­νη­σο και η ε­πι­κοι­νω­νί­α τους, τό­σο με την εν­δο­χώ­ρα τους, ό­σο και με την Πρω­τεύ­ου­σα και τις άλ­λες με­γά­λες πό­λεις της μι­κρής (τό­τε) χώ­ρας, ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη για την πε­ραι­τέ­ρω οι­κο­νο­μι­κή τους α­νά­πτυ­ξη.
Η Πά­τρα ή­ταν η δεύ­τε­ρη πό­λη της χώ­ρας σε πλη­θυ­σμό και σε δρα­στη­ριό­τη­τες, αλ­λά και η μο­να­δι­κή πύ­λη της προς τη δύ­ση, ι­διαί­τε­ρα πριν τη διά­νοι­ξη της διώ­ρυ­γας της Κο­ρίν­θου. Η Πε­λο­πόν­νη­σος εξ’ άλ­λου, ή­ταν η πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­ηγ­μέ­νη και πα­ρα­γω­γι­κή ε­παρ­χί­α τής Ελ­λά­δας, του­λά­χι­στον πριν την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λί­ας και σ’ αυ­τήν ευ­δο­κι­μού­σαν δυ­να­μι­κές καλ­λιέρ­γειες και πα­ρά­γο­νταν τα κυ­ριό­τε­ρα ε­ξα­γώ­γι­μα α­γρο­τι­κά προ­ϊ­ό­ντα της, ό­πως π.χ. η στα­φί­δα, τα ο­ποί­α ό­μως έ­πρε­πε να με­τα­φερ­θούν στα λι­μά­νια σύ­ντο­μα και με μι­κρό κό­στος.
Η με­τα­φο­ρά, για πα­ρά­δειγ­μα, σι­τη­ρών α­πό το ο­ρο­πέ­διο των Κα­λα­βρύ­των στο κο­ντι­νό Αί­γιο, στοί­χι­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­τι η με­τα­φο­ρά τους ε­κεί α­πό την Ο­δησ­σό! Αλ­λά και η στα­φί­δα που προ­ο­ρί­ζο­νταν για ε­ξα­γω­γή, δύ­σκο­λα με­τα­φέ­ρο­νταν στα με­γά­λα λι­μά­νια, ό­πως αυ­τό τής Πά­τρας, όπου υ­πήρ­χε η δυ­να­τό­τη­τα ελ­λι­με­νι­σμού με­γά­λων α­τμό­πλοιων, αλ­λά και η κα­τάλ­λη­λη υ­πο­δο­μή απο­θή­κευ­σης και με­τα­φόρ­τω­σης, με α­πο­τέ­λε­σμα να με­γα­λώ­νει πο­λύ το κό­στος με­τα­φο­ράς. Ως εκ τού­του, ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη η κα­τα­σκευ­ή ε­νός δι­κτύ­ου σι­δη­ρο­δρο­μι­κών γραμ­μών, οι ο­ποί­ες θα την πε­ριέ­τρε­χαν και θα την έ­τε­μναν.
Αυ­τός ή­ταν ο λό­γος που η Πε­λο­πόν­νη­σος ή­ταν η μό­νη πε­ριο­χή της Ελ­λά­δος που α­πέ­κτη­σε σι­δη­ρο­δρο­μι­κό δί­κτυο, με την πραγ­μα­τι­κή έν­νοια του ό­ρου. 
Στις 19η Α­πρι­λί­ου 1882 ο Χα­ρί­λα­ος Τρι­κού­πης, ως Πρω­θυ­πουρ­γός πλέ­ον, υ­πο­γρά­φει μί­α σύμ­βα­ση με τον Ι. Δού­μα, διευ­θυ­ντή τής “Γε­νι­κής Πι­στω­τι­κής Τρά­πε­ζας”, αλ­λά και εκ­πρό­σω­πο ο­μί­λου Ελ­λή­νων κε­φα­λαιού­χων, για την κα­τα­σκευ­ή μο­νής με­τρι­κής σι­δη­ρο­δρο­μι­κής γραμ­μής που θα συ­νέ­δε­ε τον Πει­ραιά με την Α­θή­να, την Κό­ριν­θο, το Άρ­γος και το Ναύ­πλιο, την Κό­ριν­θο με την Πά­τρα και τον Πύρ­γο και μέ­σω Άρ­γους με τους Μύ­λους. Την 17η Ο­κτω­βρί­ου 1882 ο α­νά­δο­χος ι­δρύ­ει μί­α α­νώ­νυ­μη ε­ται­ρεί­α με την ε­πω­νυ­μί­α “Σι­δη­ρό­δρο­μοι Πει­ραιώς Α­θη­νών Πε­λο­πον­νή­σου Α.Ε.”, η ο­ποί­α και α­να­λαμ­βά­νει τη συ­νέ­χι­ση των ερ­γα­σιών κα­τα­σκευ­ής τού δι­κτύ­ου και την εκ­με­τάλ­λευ­σή του.
Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, χω­ρίς τις πα­ρεμ­βά­σεις και την στρα­τη­γι­κή τού Τρι­κού­πη, ή­ταν μάλ­λον απί­θα­νο να κα­τα­σκευα­σθεί το σι­δη­ρο­δρο­μι­κό δί­κτυο της Πε­λο­πον­νή­σου, του­λά­χι­στον στη μορ­φή που α­πέ­κτη­σε τε­λι­κά. Αν μά­λι­στα δεν πα­ρεμ­βάλ­λο­νταν οι πε­ρί­ο­δοι δια­κυ­βέρ­νη­σης του κόμ­μα­τος του Θ. Δη­λη­γιάν­νη, θα εί­χε κα­τα­στεί δυ­να­τή η κα­τα­σκευ­ή πε­ρισ­σό­τε­ρων χι­λιο­μέ­τρων σι­δη­ρο­δρο­μι­κών γραμ­μών στην Πε­λο­πόν­νη­σο. 
Η ι­στο­ρί­α δι­καί­ω­σε τον Τρι­κού­πη για τις ε­πι­λο­γές του αυ­τές, α­φού οι προ­βλέ­ψεις του α­πο­δεί­χθη­καν ορ­θές. Ό­σοι δε του α­πο­δί­δουν την ευ­θύ­νη για τα προ­βλή­μα­τα που προ­κα­λεί σή­με­ρα η με­τρι­κού πλά­τους γραμ­μή (αυ­τή που ξη­λώ­νουν τώ­ρα στην πε­ριο­χή μας), α­γνο­ούν ό­τι η ευ­θύ­νη δεν βα­ρύ­νει τον Τρι­κού­πη, ο ο­ποί­ος εί­χε να ε­πι­λέ­ξει με­τα­ξύ της κα­τα­σκευ­ής ή μη σι­δη­ρο­δρο­μι­κού δι­κτύ­ου στην Ελ­λά­δα, αλ­λά στους με­τά το 1920, πο­­λι­τι­κούς και κυ­βερ­νή­σεις οι ο­ποί­ες, ε­νώ εί­χαν με­τα­βλη­θεί αρ­κε­τά οι συν­θή­κες στην χώ­ρα και εί­χε αυ­ξη­θεί η ζή­τη­ση με­τα­φο­ρι­κού έρ­γου, ού­τε εκ­συγ­χρό­νι­σαν το σι­δη­ρο­δρο­μι­κό δί­κτυο με την αλ­λα­γή του εύ­ρους σε κα­νο­νι­κού πλά­τους και άλ­λες πα­ρεμ­βά­σεις, ού­τε και το ε­πε­ξέ­τει­ναν... 
Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι ο Τρι­κού­πης, α­ντι­κρού­ο­ντας στη Βου­λή τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα της Α­ντι­πο­λί­τευ­σης υ­πέρ της κα­τα­σκευ­ής γραμ­μών κα­νο­νι­κού εύ­ρους, εί­πε, με­τα­ξύ άλ­λων, ό­τι ε­άν θα με­τα­βάλ­λο­νταν οι συν­θή­κες, θα ή­ταν εύ­κο­λο για την κυ­βέρ­νη­ση να με­τα­τρέ­ψει την με­τρι­κή γραμ­μή σε κα­νο­νι­κού εύ­ρους, το οποί­ο ό­μως δεν έ­κα­ναν οι κυ­βερ­νή­σεις μέσα στον ε­πό­με­νο (20ό) αιώ­να! 
Στις 8 Νο­εμ­βρί­ου 1882, λοι­πόν, αρ­χί­ζει η κα­τα­σκευ­ή του δι­κτύ­ου α­πό τον Πει­ραιά με λα­μπρή τε­λε­τή, πα­ρου­σί­α της Βα­σι­λι­κής οι­κο­γέ­νειας. Την 30ή Ιου­νί­ου 1884 πε­ρα­τώ­νε­ται η γραμ­μή μέ­χρι την Ε­λευ­σί­να και την 12η Ιου­λί­ου 1884 α­πό το Κα­λα­μά­κι (ε­κεί ό­που εί­ναι σή­με­ρα τα δι­υ­λι­στή­ρια της “Μό­τορ Ό­ϊλ”) μέ­χρι την Κό­ριν­θο. 
Ο λό­γος; Μα η α­νά­γκη να ε­νω­θεί έ­στω και σι­δη­ρο­δρο­μι­κά ο Κο­ριν­θια­κός με τον Σα­ρω­νι­κό κόλ­πο (δεν εί­χε ολοκληρωθεί α­κό­μα η διώ­ρυ­γα της Κο­ρίν­θου). 
Έ­τσι, οι ε­πι­βά­τες των πλοί­ων που έ­φθα­ναν α­πό την Ιτα­λί­α ή τα Ε­πτά­νη­σα δεν υ­πο­χρε­ώ­νο­νταν να κά­νουν το γύ­ρο τής Πε­λο­πον­νή­σου, αλ­λά α­νέ­βαι­ναν για λί­γο στο τρέ­νο και συ­νέ­χι­ζαν με άλ­λο πλοί­ο προς Πει­ραιά. 
Η δρα­στη­ριό­τη­τα αυ­τή έ­φε­ρε πλού­σια έ­σο­δα έ­ως το 1893, που λει­τούρ­γη­σε η διώ­ρυ­γα της Κο­ρίν­θου. Ας ε­πι­στρέ­ψου­με ό­μως στο 1885, ό­ταν το στρώ­σι­μο της γραμ­μής προ­χω­ρού­σε ο­μα­λά μέ­χρι που έ­φθα­σε η γραμ­μή α­πό τον Πει­ραιά έ­ως την Κό­ριν­θο. Τό­τε άρ­χι­σαν να εμ­φα­νί­ζο­νται τα πρώ­τα ζό­ρια... Κά­ποιοι ερ­γο­λά­βοι δη­λώ­νουν α­δυ­να­μί­α να συ­νε­χί­σουν, ε­νώ τα δια­θέ­σι­μα της ε­ται­ρεί­ας αρ­χί­ζουν να ε­ξα­ντλού­νται. Νέ­α δά­νεια συ­νά­πτο­νται, ερ­γο­λά­βοι πλη­ρώ­νο­νται με με­το­χές.

(Αναπόφευκτος, εδώ, ο συνει­ρμός με τα σημερινά προβλήματα -των σε εξέλιξη εργολαβιών-, ο οποί­ος μάς οδη­γεί στη διαπί­στω­ση, ότι: στην Ελλάδα ...Ποτέ Δεν Πε­θαί­νει η διαχρονικότητα της “πολιτικής - οικονομικής μιζέ­ριας”!).
Την 11η Α­πρι­λί­ου 1885 α­πο­πε­ρα­τώ­νε­ται και το ελ­λεί­πον τμή­μα α­πό την Ε­λευ­σί­να μέ­χρι το Κα­λα­μά­κι. Την 19η Σε­πτεμ­βρί­ου 1885 η γραμ­μή φθά­νει στο Κιά­το, την 15η Α­πρι­λί­ου 1886 στο Ναύ­πλιο, την 4η Αυ­γού­στου 1886 στους Μύ­λους και την 10η Δε­κεμ­βρί­ου 1887 (με κα­θυ­στέ­ρη­ση ε­νός έ­τους πε­ρί­που!!!) στην Πά­τρα. Πα­ρά τις κα­θυ­στε­ρή­σεις, ή και ε­ξαι­τί­ας αυ­τών, ο Τρι­κού­πης προ­τεί­νει τον Α­πρί­λιο του 1887 ε­πέ­κτα­ση του δι­κτύ­ου με κα­τα­σκευ­ή γραμ­μής α­πό τους Μύ­λους προς Κα­λα­μά­τα εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό το Δη­μό­σιο. 
 Το 1889 πα­ρα­χω­ρεί­ται στους ΣΠΑΠ η κα­τα­σκευ­ή και εκ­με­τάλ­λευ­ση γραμ­μής ο­δο­ντω­τού σι­δη­ρο­δρό­μου που θα συν­δέ­σει το Δια­κο­φτό με τα Κα­λά­βρυ­τα, και ο­λοκλη­ρώ­νε­ται το 1896. Το 1904 η γραμ­μή ε­πε­κτεί­νε­ται α­πό τον σταθ­μό της Κα­λα­μά­τας μέ­χρι το λι­μά­νι. Έ­τσι ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται, με­τά α­πό πολ­λές πε­ρι­πέ­τειες και κα­θυ­στε­ρή­σεις, το δί­κτυο της Πε­λο­πον­νή­σου, ό­πως υ­φί­στα­ται σή­με­ρα.
Οι προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες ό­μως α­πό τον Τρι­κού­πη γραμ­μές, Κα­λά­βρυ­τα - Τρί­πο­λη, Κυ­πα­ρι­σί­α - Πύ­λος και Ο­λυ­μπί­α - Κα­ρύ­ται­να - Λε­ο­ντά­ρι - Σπάρ­τη - Γύ­θειο, δεν κα­τα­σκευά­σθη­καν πο­τέ.... 

Εν κα­τα­κλεί­δει: Α­φή­νου­με κε­νή την η­με­ρο­μη­νί­α πα­ρά­δο­σης τού νέ­ου σύγ­χρο­νου (η­λε­κτρο­κί­νη­του) τρέ­νου μέ­χρι την Πά­τρα.

Ο ι­στο­ρι­κός του μέλ­λο­ντος σί­γου­ρα θα την κα­τα­γρά­ψει! 
Ξε­μπλο­κά­ρι­σε (προ­σω­ρι­νά) το τρέ­νο… Μή­πως, όμως, χρειά­ζε­ται πο­λι­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση για να φτά­σει (έ­στω) στο Κρά­θιο; Κα­θο­ρι­στι­κός μή­νας ο Σε­πτέμ­βριος, εί­χα­με α­να­φέ­ρει σε προ­η­γού­με­νο φύλ­λο τού “Φ” [Φεβ. 2010], για το τι μέλ­λει γεν­νέ­σθαι με τα “βαλ­τω­μέ­να” σι­δη­ρο­δρο­μι­κά έρ­γα. Και πράγ­μα­τι ε­πι­βε­βαιω­θή­κα­με. 
Τέ­λη Σε­πτεμ­βρί­ου 2010, δό­θη­κε “πρά­σι­νο” φως και η κα­τα­σκευα­στι­κή “μη­χα­νή” συ­νέ­χι­σε τα έρ­γα και στο τμή­μα α­πό Μαύ­ρα Λι­θά­ρια μέ­χρι Κριό. 
Παρ’ ό­λα αυ­τά, όμως, το μέλ­λον τού έρ­γου ε­ξα­κο­λου­θεί να πα­ρα­μέ­νει α­βέ­βαιο, α­φού τέ­λος του χρό­νου (σε δύ­ο μή­νες) τε­λειώ­νει η σύμ­βα­ση κα­τα­σκευ­ής, και πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στο το, πώς θα προ­χω­ρή­σουν οι ερ­γα­σί­ες. Ε­δώ, φυ­σι­κά, χρειά­ζε­ται δυ­να­μι­κή το­πι­κή (πο­λι­τι­κή) πα­ρέμ­βα­ση, ώ­στε να ο­λο­κλη­ρω­θεί το δί­κτυο του­λά­χι­στον μέ­χρι τον σταθ­μό τού Κρα­θί­ου, για­τί αν πε­ρι­μέ­νου­με πό­τε θα φτά­σει στη Ρο­δο­δάφ­νη (Αί­γιο), θα πε­ρά­σουν χρό­νια…