νεο

τάδε έφη Παυσανίας...

Η απόσταση από το ιερό του Ηρακλή που βρίσκεται στο δρόμο της Βούρας ως το επίνειο των Αιγειρατών που έχει το ίδιο όνομα με την πόλη (Αίγειρα) είναι εβδομήντα δύο στάδια. Οι παραθαλάσσιοι Αιγειράτες δεν έχουν τίποτε αξιομνημόνευτο∙ από το επίνειο ως την άνω πόλη η απόσταση είναι δώδεκα στάδια. Η Αιγείρα στα έπη του Ομήρου έχει το όνομα Υπηρεσία

Αιγείρα. Η Νύμφη τής Λεύκας (η άλλη εκδοχή τής προέλευσης του ονόματος της Αιγείρας)

Ο Όξυλος (πνεύμα τους δάσους) γιος του Ορείου, νυμφεύθηκε την Αμαδρυάδα αδελφή του και απέκτησε μαζί της τις 8 Αμαδρυάδες Νύμφες: Η Αίγειρος (ή Αιγείρα) ήταν η Νύμφη της Λεύκας. Η Άμπελος, η Νύμφη της Αμπέλου. Η Βαλανίς (ή Βάλανος), η Νύμφη της Βελανιδιάς. Η Κάρυα (ή Καρία), η Νύμφη της Αμυγδαλιάς. Η Κρανεία (ή Κρανία), η Νύμφη της Κρανιάς. Η Μορέα (ή Μορία), η Νύμφη της Μουριάς και της Άγριας Ελιάς. Η Πτελέα, η Νύμφη της Φτελιάς. Η Συκή, η Νύμφη της Συκιάς

ΟΜΟΡΦΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΗΝ ΑΙΓΕΙΡΑ…

Mε α­φορ­μή τα θε­τι­κά σχό­λια της πλειο­ψη­φί­ας των α­να­γνωστών του «Φρουρού» για τις κα­τά και­ρούς πα­ρου­σιά­σεις των ο­ρει­νών δια­δρο­μών στην πε­ριοχή, αυ­τή τη φο­ρά η πρό­τα­σή μας εί­ναι μί­α πε­ρι­ή­γη­ση πέ­ρα α­πό την Α­να­το­λι­κή Αιγια­λεί­α, νό­τια, σε α­χνά­ρια του Παυ­σα­νί­α, αλ­λά α­πό σύγ­χρο­νες δια­δρο­μές που κα­τα­σκευά­σθη­καν τα τε­λευ­ταί­α 50 χρό­νια.
Δια­δρο­μές που θα μπο­ρού­σαν να φέ­ρουν πιο κο­ντά τις “πε­λοπον­νη­σια­κές κοι­νω­νί­ες”, εί­τε αυ­τές δρο­σί­ζο­νται α­πό τη θα­λάσ­σια αύ­ρα του Κο­ριν­θια­κού, εί­τε α­πο­λαμ­βά­νουν την ά­γρια φύ­ση του Μαί­να­λου και των λοι­πών ο­ρει­νών ό­γκων της Πε­λο­πον­νή­σου...
Λί­γο πριν ξε­κι­νή­σει η ε­πί χάρ­του – η­λε­κτρο­νι­κού – χά­ρα­ξη της νέ­ας πε­ρι­ή­γη­σης, βρή­κα στο αρ­χείο του Φρου­ρού, έ­να πο­λύ ση­μα­ντι­κό στοι­χεί­ο που εί­χε α­να­φέ­ρει ο α­εί­μνη­στος ι­δρυ­τής του Πά­νος Σω­τη­ρό­που­λος.
Υ­πήρ­χε, έ­γρα­φε, α­πό τη δε­κα­ε­τί­α του ’50 σχέ­διο της στρα­τιω­τι­κής ΜΟ­ΜΑ για διά­νοι­ξη ο­δι­κού ά­ξο­να Αι­γεί­ρας – Σε­λιά­νας – Τρι­πόλε­ως, σε συν­δυα­σμό με την οδό “111” Πά­τρας – Τρι­πό­λε­ως που κα­τα­σκευά­σθηκε τη δε­κα­ε­τί­α του ’60.
Ό­σο και να α­κού­γε­ται εκ­πλη­κτι­κό ως εγ­χεί­ρη­μα και “ου­το­πικός” έ­νας τέ­τοιος σχε­δια­σμός που κα­τα­γρά­φη­κε 55 χρό­νια πριν, στα πλαί­σια του προ­γράμ­μα­τος α­πο­κα­τά­στα­σης του πο­λέ­μου, σί­γου­ρα θα ή­ταν μια μο­να­δική ευ­και­ρία για τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κή α­νά­πτυ­ξη της πε­ριο­χής μας. Ε­πει­δή ό­μως ο χρό­νος δεν γυ­ρί­ζει πο­τέ πί­σω, α­πο­φα­σίσα­με με τη σκέ­ψη στο ανεκ­πλή­ρω­το αυ­τό όρα­μα, να δη­μιουρ­γή­σου­με την πλη­σιέ­στε­ρη ε­ναλ­λα­κτι­κή δια­δρο­μή, ώ­στε να προ­σεγ­γί­σου­με μέ­ρη που εί­ναι δί­πλα μας, αλ­λά τό­σο μα­κριά μας…
Το η­λιό­λου­στο χει­μω­νιά­τι­κο πρω­ι­νό ή­ταν ό­τι έ­πρε­πε για το ξε­κί­νη­μά μας.
Τα πρώ­τα 29 χι­λιό­με­τρα στην 17η Ε­παρ­χια­κή Ο­δό πέ­ρα­σαν ευ­χά­ρι­στα με τη σκέ­ψη στο α­πραγ­μα­το­ποί­η­το σχέ­διο του ’50 και χω­ρίς να το κα­τα­λά­βου­με α­πό το διά­σε­λο του Σα­ρα­ντά­πη­χου, κα­τευ­θυν­θή­κα­με προς τη Γκού­ρα. Το κε­φα­λοχώ­ρι του Φε­νε­ού που έ­μει­νε σχε­δόν α­ναλ­λοί­ω­το στο πέ­ρα­σμα του χρό­νου, σε υψό­με­τρο 930 μ. με θέ­α στον κά­μπο και την κα­τά­φυ­τη α­πό έ­λα­τα πλα­γιά με τα πα­ραδο­σια­κά κτί­σμα­τα και την εκ­κλη­σί­α στην κα­λο­δια­τη­ρη­μέ­νη πλα­τεί­α.
Η μέ­ρα έ­τρε­χε και δεν μας ε­πέ­τρε­πε να ε­πι­σκε­φθού­με το φράγ­μα και την ό­μορφη λί­μνη Δό­ξα.
Άλ­λω­στε α­πο­φα­σί­σα­με να μην α­να­ζη­τή­σου­με την “111”, κα­τευ­θυνό­με­νοι δυ­τι­κά, δια μέσω Λυ­κούρ­γιας.
Συ­νε­χί­σα­με νο­τιο­α­να­το­λι­κά προς Κα­στα­νιά το πα­νέ­μορ­φο χω­ριό με το ο­μώ­νυ­μο “Ξε­νί­α”, που βρί­σκε­ται στις πλα­γιές του ό­ρους Ζή­ρειας σε υ­ψόμε­τρο 1200 μ. μέ­σα σε ε­λα­τό­δα­σος, έ­να ι­δα­νι­κό ση­μεί­ο για ε­ξορ­μή­σεις στην ευ­ρύτε­ρη πε­ριο­χή.
Η κα­τά­βα­ση, ε­ντυ­πω­σια­κή και επι­κίν­δυ­νη, προς τον κά­μπο της Στυμ­φα­λί­ας μας έ­φε­ρε λί­γο αρ­γό­τε­ρα στη γνω­στή α­πό τη μυ­θο­λο­γί­α λί­μνη. Ε­κεί που ο Η­ρα­κλής ε­ξό­ντω­σε τις “Στυμ­φα­λί­δες Όρ­νι­θες”. Σή­με­ρα έ­χει λι­γο­στό νερό, ό­πως πα­ρου­σιά­ζε­ται στη φω­το­γρα­φί­α μας.
Στη βό­ρεια πλευ­ρά της δια­κρίνο­νται τα ερεί­πια της Α­κρό­πο­λης της Αρ­χαί­ας Στυμ­φά­λου, με τμή­μα­τα τει­χών, υ­δρα­γω­γεί­ου και να­ών.
Η συ­νέ­χεια σε κα­λο­δια­τη­ρη­μέ­νο δρό­μο, με πυ­κνή κυκλο­φο­ρί­α αυ­το­κι­νή­των δείγ­μα ρα­γδαί­ας του­ρι­στι­κής α­νά­πτυ­ξης, σε φέρ­νει γρή­γο­ρα στους Κα­λιά­νους.
Ε­κεί η στά­ση υ­πο­χρε­ω­τι­κή. Οι μυ­ρω­διές α­πό τις ψη­στα­ριές σε συ­νε­παίρ­νουν και οι προ­σφο­ρές των ντό­πιων κρε­ά­των και τυ­ρο­κο­μι­κών εί­ναι δε­λε­α­στι­κό­τα­τες.

Η ώ­ρα εί­ναι 12 το με­ση­μέ­ρι και έ­χου­με δια­νύ­σει τα πρώ­τα 72 δύ­σκο­λα χι­λιό­με­τρα. Η α­σφα­λής ό­μως δια­δρομή προς Αρ­κα­δί­α ε­πέ­βα­λε την κά­θο­δο προς το Κιά­το, όπου η Νέ­α Ε­θνι­κή μας ο­δηγεί στον Κόμ­βο για Τρί­πο­λη.
Λί­γο με­τά τη σή­ραγ­γα Αρ­τε­μι­σί­ου, στρο­φή προς δυ­τι­κά και με το ρο­λό­ι να δείχνει 3 μ.μ. θέ­λου­με άλ­λα 40 χιλ­μ για να φθά­σου­με στη Βυ­τί­να.
Εί­μα­στε στην καρ­διά της Πε­λο­πον­νή­σου, δί­πλα στις χιο­νι­σμέ­νες κο­ρυφές του Μαί­να­λου (υ­ψό­με­τρο 1935), ε­κεί που τα πα­νάρ­χαια χρό­νια ο τρα­γο­πό­δα­ρος θεός Πά­νας με το σου­ραύ­λι του έ­δι­νε πνο­ή στη φύ­ση και κυ­νη­γού­σε τις νύμ­φες στα ά­γρια πευ­κο­δά­ση.
Σύντομα βρι­σκό­μα­στε στο γο­η­τευ­τι­κό Λε­βί­δι. Στον κο­ντι­νό λό­φο, α­να­το­λι­κά, υ­πάρ­χει έ­να γρα­φι­κό ξω­κλή­σι της Πα­να­γί­ας. Στην ί­δια θέ­ση ή­ταν χτι­σμέ­νο κα­τά την αρ­χαιό­τη­τα έ­να ιε­ρό της Υ­μνί­ας Αρ­τέμιδος, πο­λύ γνω­στό και σε­βα­στό από ό­λους τους Αρ­κά­δες.
Με­τά το Λε­βί­δι, πα­ρα­κά­μπτου­με την ο­δό “111”, για να α­πο­λαύ­σου­με λί­γο αργό­τε­ρα την εί­σο­δο στην πα­νέ­μορ­φη Βυ­τί­να που εί­ναι χτι­σμέ­νη σε μια κοι­λά­δα στους πρό­πο­δες του Μαι­νά­λου, σε υψόμε­τρο 1033.
Α­πό τους πιο γρα­φι­κούς οι­κι­σμούς της Ελ­λά­δας, α­πέ­χει 44 χλμ. α­πό την Τρί­πο­λη.
Ε­δώ θα πρέ­πει να εί­ναι ο σταθ­μός δια­νυ­κτέ­ρευ­σης στην κο­πια­στι­κή δια­δρο­μή. Στην πλα­τεί­α το ά­γαλ­μα του ι­στο­ρι­κού Κων­στα­ντί­νου Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, δεί­χνει τη ση­μα­σί­α που δί­νουν στην ι­στο­ρί­α του χω­ριού τους οι Βυτι­ναί­οι.

Δίπλα βρί­σκε­ται και η Βι­βλιο­θή­κη της Βυ­τί­νας με ση­μα­ντι­κό ι­στο­ρι­κό αρ­χεί­ο. Α­ξιό­λο­γο κτί­σμα εί­ναι το πε­τρό­κτι­στο Ελ­λη­νι­κό Σχο­λεί­ο.
Ο λό­φος του Α­ϊ-Λιά, στην πά­νω γει­το­νιά, σου προ­σφέρει ό­μορ­φη θέ­α στην κω­μό­πο­λη, κά­νο­ντάς σε να νιώ­σεις ό­τι βρί­σκε­σαι σε έ­να από τα πιο ει­δυλ­λια­κά και φη­μι­σμέ­να θέ­ρε­τρα, με σύγ­χρο­νες του­ρι­στι­κές υ­ποδο­μές.
Ε­δώ λοι­πόν ε­πι­βάλ­λε­ται μια ανά­παυ­λα, ώ­στε να ζή­σεις το κο­σμο­πο­λί­τι­κο πε­ρι­βάλ­λον με πλη­θώ­ρα ε­πι­λο­γών σε τα­βέρ­νες, κα­φε­νεί­α, κα­φε­τέ­ριες και κα­τα­στή­μα­τα με το­πι­κά προ­ϊ­ό­ντα.
Οι μυ­ρω­διές α­πό τον πα­ρα­δο­σια­κό πα­λιό φούρ­νο που βρί­σκε­ται σε έ­να στε­νό δρο­μά­κι κο­ντά στην πλα­τεί­α, εί­ναι α­φορ­μή για τις πρώ­τες γα­στρι­μαρ­γι­κές ανα­ζη­τή­σεις.
Ά­φθο­νες εί­ναι και οι ε­ξορ­μή­σεις που μπο­ρεί να κά­νει κανείς με α­φε­τη­ρί­α τη Βυ­τί­να. Μια συ­νή­θης και εύ­κο­λη βόλ­τα εί­ναι στο χιο­νο­δρο­μι­κό κέ­ντρο της Ο­στρα­κίνας, ε­νώ 3 χιλ. δυ­τι­κά βρί­σκε­ται το δεύ­τε­ρο “Ξε­νί­α” της διαδρομής μας σε μα­γευ­τι­κή το­πο­θε­σί­α μέ­σα στο δά­σος.

Η ε­πό­με­νη μέ­ρα δί­νει την κα­τεύ­θυν­ση προς Η­λεί­α και να ‘μα­στε στα Λα­γκά­δια Γορ­τυ­νί­ας.
Σ’ αυ­τό το πέ­τρι­νο κομ­ψο­τέ­χνη­μα, με τα ε­ντυπω­σια­κά διώ­ρο­φα και τριώ­ρο­φα σπί­τια χτι­σμέ­να αμ­φι­θε­α­τρι­κά στην α­πό­τομη πλα­γιά, σε έ­να ε­πι­βλη­τι­κό το­πί­ο, γε­μά­το κα­ρυ­διές, πλα­τά­νια και ά­φθο­να τρε­χού­με­να νε­ρά. Πολ­λά σπί­τια έ­χουν α­πό τη μια πλευ­ρά του δρό­μου έ­ναν ό­ρο­φο ε­νώ α­πό την άλ­λη τρεις.
Η κε­ντρι­κή πλα­τεί­α του χω­ριού, με τα κα­φε­νεί­α και τα ε­στια­τό­ρια στέ­κει α­κρι­βώς στο χεί­λος της ρε­μα­τιάς. Α­πό ε­κεί ξε­κι­νά το από­κρη­μνο φα­ράγ­γι ό­που κυ­λά το Λα­γκα­δια­νό πο­τά­μι, του Του­θό­α κα­τά τον Παυσα­νί­α, το ο­ποί­ο δια­σχί­ζει έ­να με­γά­λο τμή­μα της Γορ­τυ­νί­ας και μέ­σα α­πό πυκνά δά­ση κα­τα­λή­γει στον Λά­δω­να.
Με­τά τα Λα­γκά­δια και τα υ­περ­πο­λι­τε­λή ξε­νο­δο­χεί­α τους, ο δρό­μος ο­δη­γεί στο Ιόνιο πέλαγος.

Αλ­λα­γή πο­ρεί­ας ό­μως, βό­ρεια προς Αχαΐα και σε λί­γο μπρο­στά μας ξεπρο­βά­λουν αμ­φι­θε­α­τρι­κά στην πλα­γιά υ­ψώ­μα­τος, τα Τρό­παια, το κε­φα­λο­χώ­ρι της πε­ριο­χής, έδρα του ο­μώ­νυ­μου Δή­μου με πε­ρί­που 800 κα­τοί­κους.
Η κε­ντρι­κή πλα­τεί­α εί­ναι γρα­φι­κό­τα­τη. Βρί­σκε­ται στις πα­ρυ­φές της πλα­γιάς, με πλα­τά­νια και πε­τρό­χτι­στα σπί­τια. Πιο πέρα είναι και τα ερεί­πια του φρα­γκι­κού κά­στρου της Ά­κο­βας.
Σε α­πό­στα­ση “α­να­πνο­ής” βρί­σκε­ται και ο Λά­δω­νας.
Στην πλα­τεί­α των Τρο­παί­ων, όμως, πρέ­πει να ρω­τή­σεις πως πά­νε στο φράγ­μα, αν δε θέ­λεις να χα­θείς στους δαι­δα­λώ­δεις ο­ρει­νούς δρό­μους.
Η δια­δρο­μή εί­ναι συ­ναρ­πα­στι­κή και η ε­ξαι­ρε­τι­κή θέ­α στην λί­μνη και στο φράγ­μα, σε ο­δη­γεί με α­κρί­βεια στο γε­φύ­ρι που σε περ­νά απέ­να­ντι, στο μο­να­δι­κό δρό­μο προς Α­χα­ΐ­α.
Μια και πλέ­ον ώ­ρα αρ­γό­τε­ρα, αφού έ­χεις α­πο­λαύ­σει για αρ­κε­τά χι­λιό­με­τρα τις ό­χθες της τεχνητής λί­μνης, α­ντι­κρί­ζεις τη Δάφ­νη Κα­λα­βρύ­των (Στρέ­ζο­βα), που εί­ναι χτι­σμέ­νη στην πλα­γιά του Α­φρο­δί­σιου ό­ρους, σε το­πο­θε­σί­α η­μιο­ρει­νή με πλού­σια βλά­στη­ση και πολ­λά νε­ρά, με 600 πε­ρί­που μό­νι­μους κα­τοί­κους.
Α­πό ε­δώ περ­νά ο δρό­μος σύν­δε­σης με τον ο­δι­κό ά­ξο­να “111”, την πε­ρί­φη­μη οδό Πά­τρας – Τρί­πο­λης συνο­λι­κού μή­κους 175 χιλμ., που δια­σχί­ζει τρεις νο­μούς!
Ξεκινά από την Α­χα­ΐ­α, συνεχίζει στην Ηλεί­α, κα­τό­πιν ει­σέρ­χε­ται πά­λι στην Α­χα­ΐ­α και τέ­λος κα­τα­λή­γει στην Αρκα­δί­α.
Εί­ναι μια διαφο­ρε­τι­κή και ή­συ­χη ο­ρει­νή δια­δρο­μή που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό συ­νε­χή εναλ­λα­γή το­πί­ου.
Α­πό ‘κει και πέρα πλέον, γνώ­ρι­μα ό­σα συ­να­ντάς. Κλει­το­ρί­α, Λου­σοί, Σπή­λαια Λι­μνών, Καλά­βρυ­τα, Πού­ντα, και αρ­γά το βρά­δυ φθά­νεις Αι­γεί­ρα.